Η Βιετναμέζα της χαράς
Η Βιετναμέζα της χαράς
ΤΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΚΑΠΑΡΗ
ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 8.12.2024
Σάββατο πρωί, ο ήλιος έλαμπε και η πολύχρωμη και πολύβουη μάζωξη των ανθρώπων, στην λαϊκή αγορά του ΟΧΙ στην Λευκωσία, διασκέδαζε με την ψυχή της. Το παζάρι φούντωνε, οι τελάληδες αγρότες, διαφήμιζαν τα αγνά και ανόθευτα καλούδια τους και οι αγοραστές, ντόπιοι και ξένοι, δυσκολεύονταν να διαλέξουν, μεταξύ καλού και καλύτερου. Όλοι με το χαμόγελο στα χείλη, σε ένα διαφορετικό παιγνίδι χαράς, με παζάρια και πειράγματα.
Πρωταγωνιστές στο παζάρι της λαϊκής αγοράς οι αγρότες. Γεροδεμένοι άντρες και ρωμαλέες γυναίκες, οι οποίοι ανταγωνίζονταν με στεντόρεια τη φωνή και ποιητική τη μαεστρία, διαλαλώντας τα γεννήματα τους. Πρωταγωνιστές και οι λαϊκοί πελάτες, οι οποίοι διαφέρουν από τους πελάτες των υπεραγορών. Κατά κανόνα άνθρωποι μεγάλης ηλικίας, οι οποίοι ξέρουν να διαλέγουν, ξέρουν να ρωτούν πληροφορίες για τα φρούτα και τα λαχανικά και ξέρουν να ζυγίζουν με «μάτι». Μεταξύ τους και πολλοί αλλοδαποί, οι οποίοι απολαμβάνουν και αυτοί το παζάρι, είτε ως πωλητές, είτε ως πελάτες. Πολλοί ήταν και αυτοί οι οποίοι περίμεναν το μεσημέρι για να πέσουν οι τιμές.
Πίσω από ένα πάγκο και μια πολύ δυνατή, ωραία γυναίκα από το Βιετνάμ, η οποία διαλαλούσε με τα «ωραία» της ελληνικά τα αγρέλια τα οποία μάζεψε από τους αγρούς. Η γυναίκα με τα αστραφτερά μάτια, τα ροζιασμένα χέρια και το πολύ έξυπνο και τσαχπίνικο χιούμορ, μάζεψε γύρω της πολλά γεροντοπαλλήκαρα, τα οποία απολάμβαναν την σπιρτάδα του μυαλού της, στην ανταλλαγή πειραγμάτων.
Η κουβέντα προχώρησε και έγινε πικάντικη. Η ερώτηση των πάλαι ποτέ νέων και ωραίων, ήταν γιατί δουλεύει σκληρά «γέννημα-βούτημα» από την ανατολή μέχρι και την δύση του ήλιου και δεν ακολουθεί το αρχαιότερο επάγγελμα, όπως πολλές άλλες αλλοδαπές. Η Κυρία από το Βιετνάμ, απάντησε με απλότητα, ότι χρήματα τα οποία έρχονται εύκολα, χωρίς κόπο, εύκολα και φεύγουν. Αποκάλυψε ότι η βασική δουλειά της, είναι η φροντίδα μιας ηλικιωμένης κυρίας και ότι στα ρεπό της, αντί να γυρίζει στους δρόμους, μαζεύει από τα χωράφια αγρέλια και καππάρι. Απολαμβάνει έλεγε και τα δώρα της φύσης, αλλά και να γυρίζει στα όρη. Δεν παρέλειψε να αναφέρει ότι κατέχει και πτυχίο νοσοκόμας.
Η ωραία κυρία από το Βιετνάμ, χωρίς να διστάζει, μίλησε για συμπατριώτισσες της, οι οποίες παρασύρθηκαν και ενέδωσαν στο εύκολο χρήμα και σήμερα είναι απελπισμένες και εκλιπαρούν για λίγα ευρώ. Αποκάλυψε ότι στη χώρα της, δεν υπάρχουν τόσοι αυστηροί ηθικοί κανόνες στο σεξ, όπως στην Κύπρο, όπως έμαθε από το κήρυγμα της «μαστόρισσας» της. Στο Βιετνάμ συνηθίζουν να λένε την ερωτική συνεύρεση ως «χαρά-χαρά», δηλαδή και οι δύο σύντροφοι, απολαμβάνουν την χαρά του έρωτα. Η Κυρία μίλησε και για τη φτώχια και για τα βάσανα στη χώρα της, τα οποία την ανάγκασαν να ξενιτευτεί. Με τα χρήματα τα οποία κερδίζει στην Κύπρο, σπούδασε τα παιδιά της και τους αγόρασε και σπίτια, δεδομένου ότι εκεί είναι πάρα πολύ φθηνά.
Οι ασπρομάλληδες, με την σοφία των χρόνων, αφού ψώνισαν για όλη την βδομάδα, φρούτα, λαχανικά, όσπρια, γιαούρτια, αναράδες, χαλούμια, ελιές, λάδι και ένα σωρό άλλα καλούδια, συνέχισαν στο καφενείο, απολαμβάνοντας καφέ και ταχινόπιττες. Η κουβέντα με φόντο την Βιετναμέζα, προχώρησε στα κατορθώματα των κυπρίων «τσαλαβούτηδων» πολλοί από τους οποίους δεν μπόρεσαν να ελέγξουν τα πάθη τους και έμειναν στον «πάτο» από αρρώστιες και από χρήμα. Ο πιο ταλαιπωρημένος της παρέας, φανέρωσε τα παιδικά του βάσανα, λόγω τοκογλύφων. Μίλησε για τις φοβερές κατάρες, οι οποίες βασανίζουν ακόμη όχι μόνο τους απατεώνες, αλλά και τα παιδιά και τα εγγόνια τους. Μίλησε για την μάνα του, η οποία ήταν μια ζωή «δούλα» για να πληρώνει τον τοκογλύφο, ο οποίος έβαζε και έβαζε τόκους, μέχρι να έλθει το τραγικό του τέλος και έτσι γλίτωσε. Άλλος μίλησε για τους αργόσχολους του δημοσίου, οι οποίοι «έρποντας και λείχοντας» ανέβηκαν στα δώματα της διεύθυνσης και το μόνο το οποίο ήξεραν ήταν να φορτώνουν δουλειές και ευθύνες στους υφισταμένους τους. Τελικά και αυτοί, μόλις έχασαν την «καρέκλα» έχασαν και όλους τους φίλους τους. Πολλοί έχασαν και τα άδικους βασιλικούς μισθούς τους, από αετονύχιδες τραπεζίτες.
Η συνείδηση των ανθρώπων και οι άγραφοι κανόνες ηθικής, δεν έχουν ταμπέλες, δεν έχουν χρώμα, δεν έχουν καταγωγή και δεν χρειάζονται νόμους και αστυνόμους. Σε μεγάλες εορτές της Εκκλησίας μας, κατά την διάρκεια της ακολουθίας του Εσπερινού, ψάλλεται ο συγκλονιστικός ύμνος, από τον 33ο ψαλμό το Δαυίδ: «Πλούσιοι επτώχευσαν και επείνασαν, οι δε εκζητούντες τον Κύριον ουκ ελαττωθήσονται παντός αγαθού». Απλά, ότι κάμεις βρίσκεις, όλα εδώ πληρώνονται και όλοι δύο μέτρα παίρνουν γη.
Παναγιώτης Καπαρής
Σχόλια