Στα ανάθεμα αυτοί που κλέψαν τις κοτζιακαρούδες
Στα ανάθεμα αυτοί
που κλέψαν τις κοτζιακαρούδες
ΤΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ
ΚΑΠΑΡΗ
Η έκκληση από
καρδιάς και η ικετευτική εντολή, του άγνωστου φίλου στον καφενέ του χωριού,
ήταν να γράψω κάτι για τους απατεώνες των Τραπεζών και του Συνεργατισμού, που
κλέψαν τα δεκάλιρα και τα εικοσα-ευρώ των κοτζιακαρούδων, των παππούδων και
όλων των νοικοκυραίων. «Πες μου, ρε φίλε, εσύ που ξέρεις κάτι παραπάνω, με πια
λογική, πήραν τις καταθέσεις των ανθρώπων, που γέννημα-βούτημα ήταν μες τα
χωράφια, που το πρόσωπο τους, έχει τόσες χαρακιές, όσο και τα χωράφια τους και
τις δάνεισαν σε παλιανθρώπους, ξέροντας ότι δεν επρόκειτο να τις αποπληρώσουν
ποτέ. Πες μου, ρε φίλε, άραγε όλοι αυτοί, οι τάχατες σπουδαίοι, μπορούν και
κοιμούνται τα βράδια, ξέροντας ότι έκλεψαν τις μανάδες τους». Και τότε ήρθε το
ξέσπασμα της οργής. «Στα ανάθεμα οι κλέφτες….» και η συνεχεία σε λόγια που δεν
γράφονται.
Η ιστορία δεν
τέλειωσε εδώ, αλλά ακολούθησαν αποκαλύψεις, με ονόματα, επίθετα και αξιώματα, τις
οποίες θα ζήλευαν όλοι οι ανακριτές της Αστυνομίας και σίγουρα όλοι οι
σεναριογράφοι. Διαπλοκές, ίντριγκες, πάθη, μικρότητες, για λίγα λεπτά
δημοσιότητας, για λίγα λεπτά αμαρτωλής ηδονής. Και φαίνεται ότι όλα τα έκαναν
με το γράμμα του νόμου, αφού αυτοί οι «καταραμένοι» εξακολουθούν και διαμένουν
σε πολυτελή ανάκτορα, διακινούνται με λιμουζίνες και διατηρούν τις γραφειάρες
με τις γραμματείς, να τρέχουν για κάθε τους εντολή. Ο κουμπάρος ο ξεφτίλας,
συνέχισε ο απελπισμένος καφενόβιος, μου έφαγε τα χρήματα που μάζευα μια ζωή,
για να κτίσω της κόρης μου. Μου έκλεψε με τα δήθεν ασφαλή αξιόγραφα, τα λεφτά
που πήρα όταν πούλησα το χωράφι της μάνας μου.
Η ψυχολογική
έκρηξη κάποτε κόπασε και ήλθε η ώρα της απλής ερώτησης. Εμείς τα γράφουμε,
εμείς τα λέμε, εμείς τα καταγγέλλουμε, εσύ τι κάνεις, εσύ πως αντιδράς; Πήγες
σε κανένα δικηγόρο, κατήγγειλες την υπόθεση στην Αστυνομία; Η απάντηση με ύφος
πληγωμένου αγριμιού, ήταν αφοπλιστική. Τίποτα δεν έκαναν και δεν μπορώ να κάνω
κάτι, για να μην βγει το όνομα μου, στο χωριό. Να μάθουν οι συγγενείς, οι φίλοι
και χωριανοί, ότι με ξεγέλασε ο κουμπάρος; Να γίνω ρεζίλι; Και εκεί σταμάτησαν
όλα. Λίγα λεπτά σιωπής, για να ξεκινήσει μια άλλη φιλοσοφική ανάλυση, την οποία
θα ζήλευαν πολλοί. «Εγώ πληρώνω αμαρτίες, γιατί δεν άκουσα της γεναίκας, που
δεν ήθελε να πουλήσουμε το χωραφούι και ούτε να μπλεχτούμε με σχέδια που
θύμιζαν χρηματιστήριο». Ακόμη λίγα λεπτά σιωπής και συνεχεία ήταν
συγκλονιστική. «Δεν θα ήθελα να έχω και τα προβλήματα του κουμπάρου, ο οποίος
βασανίζεται με το μωρό του και με την φάουσα την γεναίκα του». Και εδώ ήλθε η
λύτρωση. «Ο καθένας κουβαλά τον σταυρό
του, όλα εδώ πληρώνονται και δόξα το Θεώ που έκανα καλά παιδιά και έχω καλή
γεναίκα.»
Το μυστικό του
κύπριου, ο οποίος ανέχεται χωρίς να επαναστατεί, την πρωτοφανή παγκοσμίως,
λεηλάτηση της περιουσίας του, ο οποίος πληρώνει φόρους του χωρίς να γογγύζει ,
ο οποίος δίδει και φιλανθρωπίες για την ψυχή του, ενώ μπορεί να μην έχει να
φάει, βρίσκεται στην στωική αλλά και χριστιανική αντίκριση της ζωής. Ξυπνά
βλέπει τον ζωογόνο ήλιο, πάει στην θάλασσα και καθαρίζει το μυαλό του, περπατά
στο δάσος και ανασταίνεται η ψυχή του και ξέρει εμπειρικά το απλό αλλά και τόσο
δυσνόητο, ότι οι χαρές της ζωής, δεν είναι στα πλούτη, δεν είναι στις εξουσίες,
δεν είναι στην επίδειξη. Η χαρά βρίσκεται στην παρέα, βρίσκεται στην καλή
κουβέντα, βρίσκεται στο γλυκό χαμόγελο, βρίσκεται στον γλυκό ύπνο, βρίσκεται σε
όλα αυτά που δεν πληρώνονται.
Σχόλια