Πίσω από τους μάρτυρες της Δερύνειας
ΤΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΚΑΠΑΡΗ
ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 9.8.2026
«Ο Θεός να μας φιλάει, από μάτι που κοιτάει πονηρά...» έγραψε και τραγούδησε μέγιστη Χαρούλα Αλεξίου, για την αγέννητη Αναστασία, όταν ο πατέρας της Τάσος Ισαάκ, έπεφτε νεκρός, μαρτυρούσε, από τον ξυλοδαρμό των γκρίζων λύκων, στην νεκρή ζωή της Δερύνειας το 1996. Ο μέγιστος Δημήτρης Μητροπάνος, τραγούδησε για τον άλλο μάρτυρα της ελευθερίας τον Σολωμό Σολωμού. «Όσοι με το Χάρο γίναν φίλοι, με τσιγάρο φεύγουνε στα χείλη, στα τρελά τους όνειρα δοσμένοι, πάντα γελαστοί, πάντα γελαστοί, πάντα γελαστοί και γελασμένοι…» Η αλήθεια, πίσω από λίγους στίχους, ανόθευτη και σπινθηροβόλα, βάζοντας φωτιά και ανατινάζοντας υποκρισίες και μικρότητες.
Καλοκαίρι του 1996. Με διαφορετική αντικατοχική πορεία μνήμης, με πολλούς συμβολισμούς. Από το Βερολίνο στην Κερύνεια. Διακόσιοι μοτοσικλετιστές από 12 ευρωπαϊκές χώρες, διέσχισαν όλη την Ευρώπη και έφθασαν στην Λεμεσό, όπου τους υποδέχθηκε, μόνο, ο αείμνηστος Γιάννος Κρανιδιώτης, τότε ευρωβουλευτής της Ελλάδας και «μνηστήρας» για πολλούς, για τις προεδρικές εκλογές του 1998. Η τότε κυβέρνηση Γλαύκου Κληρίδη, τηρούσε μια ακατανόητη στάση. Ούτε ναι, ούτε όχι στην πορεία. Συσκέψεις επί συσκέψεων στο Προεδρικό, στα Υπουργεία και στην Αστυνομία. Σε πολλές λάμβαναν μέρος και αξιωματικοί των Ηνωμένων Εθνών.
Οι ανακοινώσεις και οι πληροφορίες «αλλοπρόσαλλές». Από την μια θεωρούσαν ως «επικίνδυνους» τους μοτοσικλετιστές και από την άλλη φοβόντουσαν να ταχθούν κατά της αντικατοχικής εκδήλωσης, κάτι το ιερό για την εποχή. Υπήρχε και η εκτίμηση, ότι θα έτρεχαν οι μοτοσικλετιστές στην νεκρή ζώνη, θα έμπαιναν λίγα μέτρα στο κατεχόμενο έδαφος, θα γίνονταν ίσως κάποιες «συγκρούσεις» με τους ειρηνευτές, θα επέστρεφαν στις ελεύθερες περιοχές, θα μεταδίδονταν τα γεγονότα στις τηλεοράσεις, ως μεγάλες ηρωικές πράξεις και η ιστορία θα τέλειωνε.
Ωστόσο οι τότε κυβερνώντες, δεν υπολόγισαν τον παράγοντα τηλεόραση του ΛΟΓΟΥ. Το πρωί της Κυριακής 11 Αυγούστου, ομάδα μοτοσικλετιστών συγκεντρώθηκε στο οδόφραγμα της Δερύνειας, για να πορευτεί προς την Λευκωσία. Η τηλεόραση του ΛΟΓΟΥ, μετέδιδε ζωντανά τα γεγονότα, κάτι πρωτοφανές για εκείνη την εποχή, όπου οι ζωντανές μεταδόσεις ήταν και σπάνιες και αποτελέσουν δύσκολο τεχνικά εγχείρημα. Αποτέλεσμα οι μοτοσικλετιστές να παραμείνουν στο χώρο, λόγω της μετάδοσης και σε χρόνο μηδέν, η περιοχή να πλημμυρίσει κόσμο -οι περισσότεροι με μικρές μοτοσυκλέτες- για να δουν τι ακριβώς συνέβαινε.
Κανένας δεν ήταν προετοιμασμένος για αυτό το σενάριο. Οι μοτοσικλετιστές αλώνιζαν ανενόχλητοι την νεκρή ζώνη, σε ζωντανή μετάδοση, όχι μόνο στην Κύπρο, αλλά και στην Ελλάδα. Στο Προεδρικό επικράτησε «πανικός», ο Γλαύκος Κληρίδης κάλεσε εσπευσμένα τον πρόεδρο των μοτοσικλετιστών Γιώργο Χατζηκώστα και τον «διάταξε» να ακυρώσει την πορεία. Σύμφωνα με μαρτυρίες, του ανέφερε ότι οι Τούρκοι θα έκαναν προέλαση με τανκς και θα καταλάμβαναν όλη την Κύπρο. Υπέδειξε στον φιλήσυχο Χατζηκώστα, ότι θα καταστεί προδότης όπως οι πραξικοπηματίες. Ουσιαστικά του «φόρτωσε» όλη την ηθική ευθύνη, για την έκρυθμη κατάσταση.
Ο Γιώργος Χατζηκώστας, τρομοκρατημένος, μετέβη στο χώρο συγκέντρωσης, δίπλα από το Μακάριο στάδιο και ανακοίνωσε σε χιλιάδες διαδηλωτές με ξεκινημένες τις μηχανές, τις υποδείξεις του Γλαύκου Κληρίδη. Προκλήθηκε ένα πανδαιμόνιο, η οργή στράφηκε προς το Προεδρικό, δημιουργήθηκε η ψυχολογία του όχλου και οι περισσότεροι ξεκίνησαν την πορεία, χωρίς καμία καθοδήγηση. Μερικοί έφθασαν μέχρι το αεροδρόμιο της Τύμπου, άλλοι μπήκαν στην Άχνα και πολλοί σε διάφορα σημεία της νεκρής ζώνης. Η όλη ιστορία κράτησε μερικές ώρες και όλοι επέστρεψαν «νικητές» στις ελεύθερες περιοχές.
Το ίδιο δεν συνέβη στο οδόφραγμα της Δερύνειας, όπου συνεχιζόταν το «ελεύθερο» πήγαινε έλα, εντός της νεκρής ζώνης. Και ξαφνικά εμφανίστηκε από τα κατεχόμενα πλήθος «γκρίζων λύκων» και ξεκίνησε το «ξύλο της αρκούδας». Οι Τούρκοι με καδρόνια και οι Έλληνες με πέτρες. Σε κάποια στιγμή έφθασε στην περιοχή ο Τάσος Ισαάκ, για να βοηθήσει κάποιο φίλο του. Πλέχτηκε σε συρματοπλέγματα και δέχθηκε κτυπήματα μέχρι θανάτου. Δύο μέρες μετά, η κηδεία του Τάσου Ισαάκ. Μετά την ταφή, πολλοί θέλησαν να αφήσουν λουλούδια στο χώρο της θυσίας του ηρωομάρτυρα. Απέναντι τους βρήκαν πάνοπλους τούρκους στρατιώτες. Η οργή κυριάρχησε και χιλιάδες ελληνοκύπριοι εισήλθαν εντός της νεκρής ζώνης. Ανάμεσα τους και ο Σολωμός Σολωμού, ο μόνος ο οποίος τολμούσε και ανέβηκε στον ιστό, για να κατεβάσει την τουρκική σημαία. Αμέσως δέχθηκε φονικές σφαίρες, ενώ Τούρκοι στρατιώτες άρχισαν να πυροβολούν στον αέρα. Επικράτησε πανικός, όλοι έπεσαν κάτω, κάποιοι τραυματίστηκαν και η ιστορία έληξε ηρωικά μεν, άδοξα δε. Η κυβέρνηση «σιώπησε» και οι άνθρωποι έκλαιγαν για τους ηρωομάρτυρες. Και από τότε, πορευόμαστε με βάρκα την ελπίδα και τραγουδούμε με την Χαρούλλα: «Ο Θεός να μας σκεπάζει όταν η ψυχή τρομάζει την χαρά...»
Παναγιώτης Καπαρής
Σχόλια