«Ούλα χαλάλι» στο Μοναγρούλλι

«Ούλα χαλάλι» στο Μοναγρούλλι

ΤΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΚΑΠΑΡΗ

ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 5.10.2025

«Για την καρκιάν τζιαι την αγκάλην σου, μα το Θεό, ούλλα χαλάλιν σου…» τραγουδούσε στο Μοναγρούλλι ο λαϊκός αοιδός και γινόταν ο χαμός στην πίστα, στο κέντρο του χωριού. Στο φεστιβάλ, την χοροεσπερίδα ή καλύτερα στο λαϊκό παναύρι του χωριού, όλοι χωρούσαν και για όλους περίσσευε το φαγητό και το ποτό. Τα τραπέζια στρώθηκαν με μεράκι και φινέτσα, η λαϊκή ορχήστρα έπαιζε στην διαπασών, ο μουχτάρης και η μουχτάρενα έβαλαν τα καλά τους, οι νέοι και οι νέες ανταγωνίζονταν σε ομορφιά και λίκνισμα και οι μεγαλύτεροι απολάμβαναν με πειράγματα και πονηριά, το πανηγύρι της χαράς. Το φαγητό σε λαϊκότατες τιμές, ήταν πέραν από άφθονο, πάντα με κυπριακές νοστιμιές. Οφτό, τιτσιρίες, ρέσι, τσιφάδο, σεφταλιές, σούβλες και ένα σωρό άλλους μεζέδες. Για επιδόρπιο, χαλβάς, γαλακτομπούρεκο, λοκμάδες, γλυκά του κουταλιού και άλλες πολλές λιχουδιές. Η ζιβανία και οι μπύρες έρεαν και το κέφι δεν είχε τελειωμό. 

Το καλύτερο της βραδιάς, ήταν οι «απελευθερωμένοι» χοροί από όλους, μικρούς και μεγάλους. Τα εκπαιδευμένα παιδιά σε χορευτικές σχολές, έδιδαν ρεσιτάλ. Οι νέες και οι νέοι με την τσαχπινιά τους ακτινοβολούσαν. Οι μεγαλύτεροι χόρευαν «βαρυλάτικα» αλλά όχι μακριά από την μελωδία. Στην πίστα και ξένοι οι οποίοι διαμένουν, είτε μόνιμα, είτε προσωρινά, στο νησί. Αμερικανοί, Ρώσοι, Πολωνοί, Αρμένιοι και άλλοι πολλοί. Ξεχώριζε ένας πανύψηλος Ρώσος, ο οποίος συνδύαζε το τσιφτετέλι με τους ρωσικούς χορούς. Από δίπλα η τσαχπίνα γυναίκα του, η οποία μπήκε γρήγορα στο ρυθμό του ελληνικού χορού. 

Μέσα σε αυτό τον καλό χαμό, δεν έλειπαν και τα «αθώα» πειράγματα. Ένας πονηρός, γερός, γέρος, «ευωδιάζοντας» από ζιβανία, με αργά αλλά σταθερά βήματα, σηκώθηκε από το τραπέζι και πήγε στην πίστα για να μιλήσει σε μια λυγερόκορμη κοπελιά, η οποία «κόλαζε» με το νάζι και τα λικνίσματα της. Η παρέα έκπληκτη παρακολουθούσε τον λεβεντόγερο και αναρωτιόταν τι άραγε σκαρφίστηκε. Έσκυψε στο αυτί της κοπελιάς, της ψιθύρισε κάτι και αυτή άρχισε να γελά και να κοιτάζει το τραπέζι με την λεβεντοπαρέα. Επέστρεψε πίσω, συνέχισε τις ζιβανίες και λες και ήπιε το αμίλητο νερό. Το κυπριακό νέκταρ των θεών, πολλαπλασιάστηκε και τότε άνοιξε το στόμα του: «Της είπα ότι είναι πολύ όμορφη και χορεύει εξαιρετικά. Της παράγγειλα να πει της μάνας της να την καπνίσει (θυμιάσει) για να μην την πιάσει το μάτι. Οι δύο νεαροί εκεί και έδειξα το τραπέζι μας, δεν σηκώνουν τα μάτια τους από πάνω σου…». Λύθηκε το μυστήριο και μαζί λύθηκαν όλοι στα γέλια. 

Έκπληξη της βραδιάς το συναπάντημα με τον Γιώργο Στρούθο, τον «πατέρα» της ζιβανίας ΛΟΕΛ, τον άνθρωπο οποίος έμαθε όλους τους κύπριους, στην ελεύθερη και στην κατεχόμενη Κύπρο, αλλά και τους αποδήμους σε όλο τον κόσμο, να πίνουν ζιβανία. Σήμερα απόμαχος πλέον της ζωής, απολαμβάνει την ησυχία στο εξοχικό του στο Μοναγρούλλι, αγκαλιά με την αγαπημένη του σύζυγο, χωρίς ποτέ να εγκαταλείπει την σπουδαία του τέχνη. Η ιστορία της ζωής του, κινηματογραφική ταινία. Με την συνδρομή της καλής ζιβανίας, άνοιξε την ψυχή του και μας εξιστόρησε κομμάτια της ζωή του. Η φτώχια και όχι μόνο, οδήγησαν τα βήματα του, στην τότε Σοβιετική Ένωση. Σπούδασε χημεία σε ένα από τα καλύτερα πανεπιστήμια, τα οποία προορίζονταν για τα πολύ δυνατά μυαλά. Ερωτεύτηκε μια συμφοιτήτρια του, από την Ανατολική Γερμανία και ξεκίνησε μια νέα ζωή στην τότε σοβιετική Γερμανία. Αφού πέρασε από πολλούς ελέγχους, ακόμη και από απομόνωση σε ξενοδοχείο, έλαβε την άδεια να μείνει στην χώρα. Έπιασε δουλειά και σύντομα έγινε και διευθυντής σε ένα χημικό εργοστάσιο. 

Ο «νόστος» της πατρίδας, η δύσκολη νοοτροπία στην Γερμανία, έσυρε πολύ γρήγορα τα βήματα του στο νησί. Έπιασε δουλειά στο εργοστάσιο της ΛΟΕΛ και σύντομα ανέλαβε και τα ηνία της εταιρίας. Με τις επιστημονικές γνώσεις και την εμπειρία σε μεγάλα εργοστάσια της Γερμανία, έφτιαξε την μυστική συνταγή της ζιβανίας ΛΟΕΛ, η οποία μάλλον δεν είναι και τόσο μυστική, αν καταλάβαμε καλά. Απλά χρησιμοποιούνται, σύμφωνα και με τον νόμο, μόνο συγκεκριμένα είδη σταφυλιών και το μυστικό βρίσκεται στην διαδικασία παρασκευής. Μάλιστα χαριτολογώντας έλεγε ότι έρχονταν διευθυντές «αντίπαλων» οινοβιομηχανιών, τους ξεναγούσα στο εργοστάσιο και πίναμε μαζί και ζιβανίες. Τόσο απλά και τίποτα τυχαία, όταν κατέχεις την επιστημονική γνώση και διαθέτεις και εμπειρίες. Και όπως τραγουδούσε ο Γιάννης Καλατζής, σε στοίχους του Γιώργου Κατσαρού: «Άλλος παντρεύεται. Άλλος μπερδεύεται. Άλλος στολίζεται. Άλλος γκρεμίζεται. Και η ζωή συνεχίζεται. Και η ζωή συνεχίζεται…» Τόσο απλά…

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις