Οι «γεροντοκόρες» του κυπριακού
Οι «γεροντοκόρες»
του κυπριακού
ΤΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ
ΚΑΠΑΡΗ
ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 16/2/2014
Το κυπριακό είναι
σαν τους μεσήλικες εργένηδες, άντρες και γυναίκες, οι οποίοι όλο κλαίγονται και
αναζητούν το έτερο τους ήμισυ. Ωστόσο συνήθισαν στην μοναξιά τους, όλα τους
ενοχλούν και δεν τολμούν να κάνουν το επόμενο βήμα, δηλαδή να συμβιώσουν με ένα
άλλο άνθρωπο. Το κυπριακό πρόβλημα, για τους ελληνοκύπριους είναι 40 ετών και
για τους τουρκοκύπριους είναι 50 ετών και φαίνεται ότι όλοι προσβλήθηκαν από το
μικρόβιο του «γεροντοπαλίκαρου» και της «γεροντοκόρης». Ακόμη και αν βρούμε το «τέλειο»
σχέδιο λύσης, ακόμη και αν συνωμοτήσει το σύμπαν, ώστε όλος ο κόσμος να
σπρώχνει για λύση, ακόμη και αν έχουμε ένα «τζίνι», το οποίο θα μας προσφέρει
το χρυσάφι όλου του κόσμου, ακόμη και τότε «τα γερόντια» θα αναζητήσουν
φανταστικά σενάρια, ώστε να μην «ταράξουν» από την καρέκλα τους. Το ένα
μυρίζει, το άλλο ξινίζει και τελικά όλα επιστρέφουν στη ρήση: «αν παντρευτώ και
κάνω παιδί και ανέβει πάνω στην μηλιά και πέσει και σκοτωθεί και… και… και…».
Ο πόλεμος των λέξεων,
οι μάχες στα χαρτιά και οι νομικές αντιπαραθέσεις, δεν έχουν τελειωμό στο
κυπριακό. Λες και υπάρχει δικαιοσύνη και ηθική τάξη στον κόσμο. Οι πολιτικοί
ταγοί του τόπου, διακηρύττουν μέρα και νύκτα, ότι το κυπριακό είναι πολιτικό
και όχι νομικό πρόβλημα. Και όμως περιορίζονται από το 1960, από την ίδρυση της
Δημοκρατίας μέχρι και σήμερα, στις εύκολες νομικές μάχες και ξεχνούν την
δύσκολη πολιτική συνδιαλλαγή, ώστε να λυθεί το πρόβλημα. Ξεκινούν από νομικούς
ακροβατισμούς και καταλήγουν σε συναισθηματικές εξάρσεις. Προκαλείται ένα
απίστευτος «κουρνιαχτός» από δηλώσεις και αντιδηλώσεις, με αποτέλεσμα κανένας
να μην καταλαβαίνει τι θέλουμε και τι ζητούμε. Τελευταίο επεισόδιο, η πολύμηνη
μάχη για το «κοινό ανακοινωθέν», το οποίο επί της ουσίας επαναλαμβάνει πάμπολλες
συμφωνίες από το 1976 μέχρι και σήμερα, με μόνη διαφορά το λεκτικό του
κειμένου.
Το κυπριακό
κατάντησε σλόγκαν και συνώνυμο του άλυτου προβλήματος. Και όμως όταν
κουβεντιάζεις, μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας, με σχεδόν όλους τους
πολιτικούς και όλους τους λογικούς ανθρώπους, αντιλαμβάνεσαι ότι είναι το πιο
απλό πρόβλημα του κόσμου. Αυτό φαίνεται να καταλαβαίνουν και οι ξένοι
διαπραγματευτές. Ωστόσο «τρώνε τα μούτρα τους» γιατί δεν αντιλαμβάνονται ότι οι
κύπριοι, ελληνοκύπριοι και τουρκοκύπριοι, άλλα λένε, άλλα εννοούν και άλλα
πράττουν. Μιλούν λογικά, αλλά ενεργούν συναισθηματικά και με βάση τα
μικροσυμφέροντα τους.
Η περίφημη
διζωνική, δικοινοτική ομοσπονδία και όλα τα άλλα ακατανόητα συμπαραμαρτούμενα,
σημαίνουν απλά, ότι οι τουρκοκύπριοι θα ζουν στον βορρά και οι ελληνοκύπριοι
στο νότο. Τα δύο κρατίδια θα έχουν δικές τους κυβερνήσεις και θα υπάρχει και μια
κοινή κεντρική κυβέρνηση, η οποία θα ασχολείται με θέματα, που δεν επηρεάζουν άμεσα,
ούτε και σήμερα τους πολίτες. Εδώ και 40 χρόνια οι διαπραγματευτές των δύο
κοινοτήτων, συζητούν τις πρακτικές λεπτομέρειες. Καλύτερα «ροκανίζουν» τα
χρόνια, ώστε να μην συμβιώσουν οι ελληνοκύπριοι και οι τουρκοκύπριοι και γιατί
όχι να διατηρήσουν και τις λιμουζίνες τους.
Τα χρόνια
περνούν, οι γενιές που γεννήθηκαν πριν το 1974 σιγά-σιγά φεύγουν για το ταξίδι
χωρίς επιστροφή, οι αιματοβαμμένες ενοχές ξεθωριάζουν και οι νέες γενιές
«αμόλυντες» σε μεγάλο βαθμό, από το μικρόβιο του εθνικισμού και του
μεγαλοϊδεατισμού, αρχίζουν να λαμβάνουν τα ηνία του τόπου. Τα πάθη του
παρελθόντος υποχωρούν και η ανάγκη για οικονομική ευημερία, τίθεται πάνω από το
θλιβερό και σκοτεινό παρελθόν. Οι νέοι της Κύπρου, μορφωμένοι και
πολυταξιδεμένοι, δεν μπορούν να καταλάβουν το μίσος που χώριζε τους γονιούς τους.
Και σίγουρα αντιλαμβάνονται ότι ούτε οι Έλληνες είναι τέρατα, ούτε και οι
Τούρκοι είναι διάβολοι, αλλά όλοι είναι άνθρωποι. Σήμερα υπάρχει ελπίδα για ένα
καλύτερο μέλλον και η ελπίδα γεννιέται από τους νέους που έρχονται και όχι από
τους παλιούς που φεύγουν.
Σχόλια