Ο θρήνος του γεροντάκου, στον χάσκοντα μεγαλοτραπεζίτη



Ο θάνατος ενός ανθρώπου είναι μια τραγωδία, αλλά

ο θάνατος ενός εκατομμυρίου ανθρώπων είναι ένα

στατιστικό νούμερο, έλεγε κυνικά ο Στάλιν. Το τυχαίο

συναπάντημα ενός καταφρονημένου και εξαπατημέ-

νου κατόχου αξιογράφων, μ’ έναν μεγαλοτραπεζίτη,

στον χώρο στάθμευσης έξω από τη Βουλή, φανέρω-

σε τραγωδία και όχι ένα στατιστικό νούμερο. Ο γερο-

ντάκος με θρήνο και οδυρμό, με πρόσωπο που έβγα-

ζε φωτιές από τον θυμό και με τα δάκρυα βροχή, άρ-

χισε να «πυροβολεί» και να «στολίζει» τον χάσκοντα

ισχυρό άντρα. Ο άνθρωπος –ποιος ξέρει αν έφταιγε

και αυτός– προσερχόταν στο Κοινοβούλιο για να κα-

ταθέσει θέσεις και προτάσεις, για να αποζημιωθούν

οι εξαπατημένοι από την παγίδα που έστησαν οι Τρά-

πεζες, με τα τάχα χρυσοφόρα αξιόγραφα. Μια εικό-

να χίλιες λέξεις και ο θρήνος του γεροντάκου, σίγου-

ρα θα κυνηγά μια ζωή, συνειδησιακά τον πανίσχυρο

τραπεζίτη, ο οποίος φάνηκε ότι αδυνατούσε να αντι-

μετωπίσει τον ανθρώπινο πόνο. Σίγουρα, όμως, ο άν-

θρωπος αυτός, μπορεί να χειριστεί δισεκατομμύρια,

πίσω από τα οποία βρίσκονται ονόματα εκατομμυ-

ρίων ανθρώπων.





Λίγο αργότερα ένας άλλος μεσήλικας «στόλιζε» τον

μυρωδικό του κουμπάρο, τον τραπεζίτη του χωριού,

ο οποίος τον παρέσυρε και μετέτρεψε τις οικονομίες

μιας ζωής –τα χρήματα για να σπουδάσουν τα παιδιά

του– σε τάχα εξασφαλισμένα αξιόγραφα. Μονολο-

γούσε και έλεγε: «Η κόρη μου σπουδάζει και δεν έ-

χω χρήματα για να στέλνω κάθε μήνα. Δουλεύω εδώ

και τριάντα χρόνια, δεν έπαιξα ούτε στο χρηματιστή-

ριο, ούτε σε κουμάρι, ούτε και σε λαχεία και τώρα με

ξεγέλασε κουμπάρος και έμεινα άφραγκος. Αναγκά-

στηκα και έκανα δάνεια βάζοντας υποθήκη το σπίτι

μου και αλλοίμονο αν χάσω τη δουλειά μου. Θα πάω

φυλακή. Αν ζήσω. Σε λίγους μήνες απολύεται από

τον στρατό ο γιός μου και θέλει και αυτός να σπουδά-

σει. Άσε και το μουρμουρητό της γυναίκας. Αυτό και

αν δεν αντέχεται».





Πέρασαν κιόλας επτά μήνες από τότε που ξεκίνησε

το «δούλεμα» των κατόχων αξιογράφων. Από τότε

που δίνοντας απλόχερα οι πλάνες υποσχέσεις, ότι το

θέμα είναι τυπικό και θα λυθεί σε μερικές μέρες.

Ακόμη και η καλή Επιτροπή Θεσμών της Βουλής, η ο-

ποία ανέδειξε το ζήτημα, άρχισε να «στρίβει» να ση-

κώνει τα χέρια ψηλά και εν χορδαίς, βουλευτές από

όλα τα κόμματα, να μιλούν για «αχαριστία» των δια-

μαρτυρομένων. Οι «καμένοι» όμως δεν άντεξαν και

μονολογούσαν με παράπονο: Καλά εμείς, είμαστε

«αχάριστοι» γιατί φωνάζουμε για πενταροδεκάρες,

για τις οικονομίες μιας ζωής. Εσείς που ψηφίσατε

για να βγουν από τις τσέπες όλων των φορολογούμε-

νων δισεκατομμύρια, ώστε να δοθούν στους μεγαλο-

απατεώνες των τραπεζών τι πραγματικά είστε; Φυσι-

κά, μόνοι τους τα έλεγαν, μόνοι τους τα άκουγαν και

φυσικά το μόνο που τους έμεινε να κάνουν, ήταν να

καταριούνται την τύχη τους και όλους αυτούς που

τους εξαπάτησαν. Η ιστορία του χρηματιστηριακού

σκανδάλου σε τραγική επανάληψη.





Το κακό έγινε, η Κύπρος χρεοκόπησε, με τον ένα ή

τον άλλο τρόπο, έστω και αν δεν το λέει κανείς. Οι

καλοί τροϊκανοί, οι κακοί τοκογλύφοι ή όπως αλλιώς

μπορεί να τους πει κανείς, ήλθαν να μας σώσουν και

φυσικά μας ζητούν «γην και ύδωρ». Δεν τους νοιά-

ζει, ούτε ποιοι υποφέρουν ούτε και ποιοι πεινούν,

φτάνει αυτοί στο τέλος της ημέρας να πάρουν πίσω

τα χρήματα που θα δανείσουν. Το πρόβλημα είναι οι

εδώ «τοποτηρητές» τους, οι οποίοι άρχισαν να πα-

τούν στον λαιμό τους μικρούς και καταφρονεμένους

και άφησαν σχεδόν ανεπηρέαστα τα άνω δώματα της

πολιτικής και οικονομικής εξουσίας. Η ιστορία θυμί-

ζει τους τοκογλύφους των αρχών του 20ού αιώνες

που ζούσαν βασιλικά, ενώ οι γύρω τους πέθαιναν α-

πό την πείνα. Θυμίζει τουρκοκρατία με την πονηριά

των Σουλτάνων να δίνουν προνόμια στην Εκκλησία

και σε άλλους ευνοούμενους, για να εισπράττουν

φόρους, αδιαφορώντας αν τσάκιζαν τους καταφρο-

νεμένους. Θυμίζει αφρικανικές χώρες όπου ελάχι-

στοι ζουν σαν μαχαραγιάδες και οι πολλοί, είτε πει-

νούν είτε σκοτώνονται για τα βίτσια των ηγετών τους.





Είναι ντροπή το μόνο μνημονιακό νομοσχέδιο που

δεν πέρασε ή ανεστάλη η ψήφισή του από τη Βουλή,

ήταν για τη φορολογία επί της ακίνητης ιδιοκτησίας.

Καλά ήταν τόσο δύσκολο για τους «εθνοπατέρες» να

αυξήσουν το πλαφόν, ώστε να μην πληρώνουν φόρο

αυτοί που έχουν ένα σπίτι, ένα χωράφι και ένα οικό-

πεδο. Ήταν τόσο δύσκολο να αγγίξουν τους εκατομ-

μυριούχους, οι οποίοι για δεκαετίες κατέχουν τη μι-

σή, της μισής Κύπρου και δεν πληρώνουν μία, για την

ακίνητη περιουσία τους, η οποία να σημειωθεί δεν α-

ποκτήθηκε πάντα με τον πιο δίκαιο τρόπο. Οι πονη-

ρές αλλαγές πολεοδομικών ζωνών, ακόμη όζουν δια-

φθοράς. Αλλά όπως λέει και ο φιλοσοφημένος λαός,

όλα εδώ πληρώνονται και σίγουρα αυτοί οι οποίοι

βάλθηκαν σε μια νύκτα να οδηγήσουν στη μιζέρια

την πλειοψηφία του λαού, αφήνοντας στο απυρό-

βλητο τους λίγους και πονηρούς, σίγουρα σύντομα θα

πληρώνουν και αυτοί το τίμημα, με χειρότερο τρόπο.

Ο Θεός αγαπά τον κλέφτη, αλλά αγαπά περισσότερο

και τον νοικοκύρη.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις