ΠΟΛΥΘΡΗΣΚΕΙΑΚΗ ΕΥΡΩΠΗ ΚΑΙ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ


ΠΟΛΥΘΡΗΣΚΕΙΑΚΗ ΕΥΡΩΠΗ ΚΑΙ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ

 

υπό Αρχιεπισκόπου Τιράνων, Δυρραχίου καί πάσης :'Αλβανίας

Αναστασίου

 

 

Όμοτίμου Καθηγητοϋ τοϋ Πανεπιστημίου Αθηνών

’Επιτίμου Μέλους τής !Ακαδημίας ’Αθηνών

 

 

Στις αρχές τοϋ 20οΰ αιώνα είχαν διατυπωθεί πολλές προβλέψεις δτι ή

θρησκεία σύντομα θά έσβηνε στην Ευρώπη. Στό ξεκίνημα δμως τοϋ 21ου αιώνα,

παράλληλα μέ την έκκοσμίκευση καί τη θρησκευτική άδιαφορία, παρατηρεΐται σέ

παγκόσμια κλίμακα μιά αναζωπύρωση τοϋ θρησκευτικού ενδιαφέροντος γιά τό

Υπερβατικό, γιά τό Θείο. Μιά μεταφυσική άναζήτηση μέ μεγάλη ρευστότητα.

Όρισμένοι ζητούν νά τήν ικανοποιήσουν μέ θρησκευτικές άντιλήψεις ινδικής

προελεύσεως (ινόουϊστικές ή βουδδιστικές σχολές κ.λπ.). Έτσι, συχνά

προσφέρονται στό ανυποψίαστο κοινό μεταλλαγμένα προϊόντα διαφόρων

θρησκευτικών θεωριών ποικίλης προελεύσεως, πού προτείνουν μιά άόριστη

πνευματικότητα ή οποία τελικά όδηγεϊ σέ ένα άπροσδιόριστο κενό.

Σέ μεγαλύτερο δμως βαθμό, τό κοινό τής Εύρώπης επηρεάζεται τελευταίως

άπό περίεργες μεταφυσικές ιδέες. Χαρακτηριστικά τήν άποκαλύπτουν τά μπέστ

σέλλερ τής παιδικής λογοτεχνίας. Γιά τά παιδιά τού 20οΰ αιώνος, ένας άπό τούς

πιό άγαπημένους ήρωες ήταν ό Oliver Twist τοϋ Dickens. Στίς αρχές τοϋ 21ου

αιώνα τή θέση του πήρε ό Χάρυ Πότερ τής G.K. Rowling. Στην ιστορία τοϋ Oliver

Twist, τό Καλό καί τό Κακό προσδιορίζονται σέ μεγάλο βαθμό μέ κοινωνικούς

δρους. Στίς περιπέτειες τοϋ Χάρυ Πότερ, αύτά άνήκουν στή σφαίρα τής

μεταφυσικής καί έκπορεύονται άπό τή μοίρα. Στήν πρώτη περίπτωση, ή

τραγικότητα τής ζωής μεταμορφώνεται μέ τήν παρέμβαση ενός εύγενούς

διανοουμένου. ’Αντίθετα, ό ήρωας τών σημερινών παιδιών βρίσκει καταφύγιο

στόν σκοτεινό κόσμο τής φαντασίας, διότι τό ορατό περιβάλλον τοϋ είναι έχθρικό.

Τό μαγικό ραβδί στό χέρι του άλλάζει τήν εικόνα τοϋ κόσμου. Πρόθεσή του είναι

νά ορίσει τό περιβάλλον του χρησιμοποιώντας μεταφυσικές άόρατες δυνάμεις τοϋ

σύμπαντος.

Ή εκπληκτική επιτυχία τοϋ βιβλίου στό εύρύ άναγνωστικό κοινό σέ πάρα

πολλές χώρες φανερώνει τήν ιδιαίτερη γοητεία πού άσκεΐ σήμερα ή φυγή στό

φανταστικό, σέ κόσμους μαγικούς, Συγχρόνως δμως φανερώνει τό ενδιαφέρον γιά

μιά περιοχή, πού υπερβαίνει τήν κλασική λογική στήν οποία στηρίχθηκε ό

Εύρωπαϊκός Διαφωτισμός, δίνοντας άπόλυτη εμπιστοσύνη στή κριτική

λειτουργία τοϋ ορθού λόγου σέ δλα τά επίπεδα.

Τά θρησκευτικά ένόιαφέροντα και οί κοινότητες πού τά εκπροσωπούν

εξακολουθούν νά διαδραματίζουν σοβαρό ρόλο στη σύγχρονη Εύρώπη, ή οποία

παρουσιάζει σήμερα μιά γενικότερη πολυμορφία. "Οπως έπισήμανε ό Γιώργος

Θεότοκάς στό βιβλίο του Ελεύθερο πνεϋμα, “Ή Εύρώπη είναι ένα σύμπλεγμα άπό

άπειρες άντιθέσεις. Διαφορετικές καί πολύ συχνά άντίθετες ψυχικές διαθέσεις

γεννιούνται στόν Βορρά καί τή Μεσημβρία, στη Δύση καί την Ανατολή. ... Τό

εύρωπαϊκό πνεύμα προϋποθέτει τήν κατανόηση τής άρμονίας τού εύρωπαϊκού

συνόλου. ... Ή μεγάλη άξία αύτού τού συνόλου είναι ότι κατόρθωσε νά ενώσει σέ

μιά άνώτερη σύνθεση τίς άντιθέσεις πού τό άποτελούν”1. Οί άντιθέσεις στήν

Εύρώπη συνυφαίνονται μέ τίς μεταφυσικές πεποιθήσεις τών πολιτών της, τίς

άρχές καί παραδόσεις πού έχουν οί διάφορες θρησκευτικές κοινότητες.

 

 

 

 

 

ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΗ ΠΟΛΥΜΟΡΦΙΑ

 

 

1. Κατά πλειοψηφία, οί Εύρωπαΐοι είναι, ώς γνωστόν, χριστιανοί. Είναι

όμως άπό αιώνες όιηρημένοι σέ διάφορες Εκκλησίες καί Όμολογίες. Υπενθυμίζω

λιτά ότι ξεχωρίζουν τρία σύνολα: Οί Ρωμαιοκαθολικοί, πού άποτελούν τό πιό

συσπειρωμένο συγκρότημα· οί Όρθόδοξοι, οργανωμένοι σέ Αύτοκέφαλες τοπικές

Εκκλησίες- καί οί Διαμαρτυρόμενοι, διαφοροποιημένοι σέ μεγαλύτερες ή

μικρότερες ομάδες. "Όλες οί χριστιανικές κοινότητες διακρίνονται γιά μιά έντονη

ιστορική αύτοσυνειδησία.

Ό βασικός όρος στίς εύρωπαϊκές γλώσσες γιά τή θρησκεία είναι religion

(Religion, religione). Σύμφωνα μέ τήν πιθανότερη ύπόθεση, ή λέξη δηλώνει άφ’ ενός

τόν δεσμό μέ τό Θείο καί άφ’ ετέρου τόν δεσμό ό όποιος ενώνει τούς άνθρώπους

πού συμμερίζονται κοινές θρησκευτικές πεποιθήσεις. Ό όρος ύπαινίσσεται

ταυτόχρονα διαχωρισμό άπό κάτι άλλά καί ένότητα τών μελών μιάς

συγκεκριμένης κοινότητος.

 

Τό δεύτερο χαρακτηριστικό, ή οργανωμένη κοινότητα επί τή βάσει

θρησκευτικών άντιλήψεων, θά έλεγα, ή οριζόντια διάσταση, είναι προφανής. Ή

κάθετη όμως διάσταση, ή σχέση μέ τόν Θεό, ή πίστη, παρουσιάζεται συνήθως

έξασθενημένη.

"Οσο καί αν ορισμένοι άνεπίγνωστα τά συγχέουν, τυπική ομολογιακή ταυτότητα καί αύθεντική πίστη δέν ταυτίζονται. Πολλοί δηλώνουν Καθολικοί, Όρθόδοξοι, Λουθηρανοί κ.τ.λ., ενώ συγχρόνως προσθέτουν ότι δέν πιστεύουν σέ Θεό· π.χ. επίσημη στατιστική στή Σουηδία άναγράφει ότι οί χριστιανοί άποτελούν τό 91 %3, ενώ παλαιότερη έρευνα, τού 1990, υπολογίζει τό ποσοστό όσων πιστεύουν σέ Θεό στό 45%4. Βεβαίως, οί στατιστικές γύρω άπό

θρησκευτικά θέματα είναι πολύ σχετικές.

 

’Αναμφισβήτητο πάντως παραμένει τό γεγονός ότι ή χριστιανική πίστη σέ

πολλές εκ παραδόσεως χριστιανικές κοινωνίες έχει διαβρωθεΐ άπό τήν

άντιθρησκευτική προπαγάνδα καί γενικά τήν έκκοσμίκευση πού έφερε ή

Νεωτερικότητα.

Σύμφωνα μέ στατιστική τού 1990, σε 15 χώρες τής Ευρώπης κατά

μέσον δρο τό 70% δηλώνουν δτι πιστεύουν στόν Θεό, άλλά μόνο τό 61% δτι

πιστεύουν σέ ψυχή, τό 43% σέ ζωή μετά θάνατο, τό 33% σέ άνάσταση τών νεκρών,

ενώ τό 40% δέν εκκλησιάζονται ποτέ.

 

Χώρες πού ύπέστησαν τή συστηματική άθεϊστική εκπαίδευση στό παλαιό άνατολικό μπλόκ εμφανίζουν μεγαλύτερη κάμψη πίστεως. Π.χ. στήν Τσεχία, μόνο τό 33% αύτοπροσδιορίζονται χριστιανοί, ενώ στήν Άνατ. Γερμανία τό ποσοστό είναι άκόμη μικρότερο.

Ή έκκοσμίκευση στήν Εύρώπη (σεκουλαρισμός, secularization) δέν είναι

ομοιογενής. Εύκολα διακρίνονται τρεις μορφές:

α) Ή άπλή θρησκευτική

άδιαφορία.

β) Ή άντιπάθεια καί αντίθεση πρός τή χριστιανική πίστη,

γ) Ό μαχητικός σεκουλαρισμός, πού ζητεί νά επιβάλει τίς άπόψεις του, νά εξοβελίσει τή

θρησκεία άπό τήν κοινωνική ζωή, νά τήν περιορίσει σέ ιδιωτική υπόθεση. Μέ άλλα

επιχειρήματα ζητεί νά προωθήσει τό παλαιό σοβιετικό πρότυπο γιά τόν

περιορισμό τής θρησκείας.

 

3. Στίς άρχές τού 21ου αίώνος, μέ εντυπωσιακότερο τρόπο πρόβαλε στήν

Εύρώπη ή δυναμική τού Ίσλάμ. Ή παρουσία του βέβαια δέν είναι κάτι νέο στήν

ήπειρό μας. Τστορικά έχουν υπάρξει διάφορες φάσεις: συγκρούσεως μέ τόν

Χριστιανισμό, ανοχής, συνυπάρξεως. Μουσουλμανικές κοινότητες ύπάρχουν άπό

αιώνες όχι μόνο στά Βαλκάνια άλλά καί στή Δυτ. Εύρώπη. Ό μεγαλύτερος

άριθμός τους στήν εποχή μας προέρχεται άπό μετανάστες, συνήθως παλαιών

ευρωπαϊκών άποικιών. Υπολογίζονται σέ περίπου 4 εκατομμύρια στή Γαλλία, 2.5

στή Γερμανία, 2 στή Μ. Βρεττανία, μισό εκατομμύριο στήν Όλλανδία καί άλλο

τόσο στήν "Ιταλία, 300 χιλιάδες στό Βέλγιο, κ.λπ..8

 

Μετά τήν 11η Σεπτεμβρίου 2001, βλέπουμε νά διαμορφώνονται δύο ροπές.

Άφ’ ένός μέν, στίς τάξεις νεαρών μουσουλμάνων, μιά στροφή στό άκραΐο

μαχητικό Ίσλάμ (ραντικαλισμός), καί σύμπραξη μέ ισλαμιστές άλλων ήπείρων σέ

τρομοκρατικές ενέργειες, όπως στό Λονδίνο καί τή Μαδρίτη· άφ’ ετέρου δέ σέ

πολλές δυτικές κοινωνίες έπεκτείνεται ή ισλαμοφοβία. Μιά έρευνα άπό τό

«Εύρωπαϊκό Παρατηρητήριο», πού είναι συμβουλευτικό όργανο τοΰ Ευρωπαϊκού

Κοινοβουλίου, γιά τή ξενοφοβία καί τόν ρατσισμό, έδειξε ότι ή ισλαμοφοβία στήν

Εύρώπη δυναμώνει. Ό άριθμός όσων διάκεινται άρνητικά στούς μουσουλμάνους

παρουσίασε αύξηση κατά 60% σέ ένα χρόνο9.

Εύτυχώς, δέν λείπουν καί παραδείγματα ειρηνικής συνυπάρξεως μουσουλμάνων καί χριστιανών, όπως στήν’Αλβανία, τήν Κύπρο καί τήν Ελλάδα. Ελπίζουμε νά μήν άποδειχθοΰν

εύθραυστα.

 

Ή Εύρώπη βεβαίως, μετέχοντας στά άνά τήν ύφήλιο δρώμενα, φαίνεται

άποφασισμένη νά άντιδράσει δυναμικά. Τό κύριο όμως μέλημα γιά τούς

Εύρωπαίους δέν είναι άπλώς ή καταπολέμηση τής ίσλαμικής τρομοκρατίας.

 

"Οπως καί άλλοτε μοΰ δόθηκε ή ευκαιρία νά έπισημάνω, τό κρίσιμο σημείο γιά την

ήπειρό μας σήμερα είναι ότι τό Ίσλάμ εισέρχεται σέ μία Ευρώπη στήν οποία ή

χριστιανική συνείδηση καί ζωή είναι διαβρωμένες από τήν αδιαφορία καί τήν

έκκοσμίκευση. Μέ λαούς πού λέγονται μέν χριστιανικοί, αλλά δέν έμπνέονται από

τίς χριστιανικές αξίες, δέν ζούν τή χριστιανική πίστη. Αύτό τό έλλειμμα πίστεως,

μέ τά πολυποίκιλα κενά πού αφήνει, μπορεΐ νά στοιχίσει πολλαπλά στή νέα

συνύπαρξη, διευκολύνοντας εύρύτερη επιρροή τού Ίσλάμ. "Ενα θρήσκευμα μέ

πίστη καί ενθουσιασμό διαθέτει σφρίγος έπιδράσεως, πράγμα τό όποιο στερείται

μία χαλαρή θρησκευτική κοινωνία πού στηρίζει τήν ισχύ της πρωτίστως στόν

τεχνολογικό εξοπλισμό.

 

Τό πιό σημαντικό λοιπόν γιά τήν πνευματική άντίσταση καί δημιουργικότητα

τής Ευρώπης είναι νά ξαναβρεΐ τήν καρδιά της, τή ζωντανή χριστιανική πίστη. Σ’

αύτό τό σημείο, ή εύθύνη τής ’Ορθοδοξίας είναι μεγάλη καί ή συμβολή της οφείλει

νά είναι ούσιαστική.

 

 

Η ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΣΤΙΣ ΝΕΕΣ ΣΥΝΘΗΚΕΣ

 

1. Σχέσεις μεταξύ των Όρθοόόξων. Δογματικά, οί ’Ορθόδοξοι τονίζουμε ότι

άνήκουμε «εις μίαν, άγίαν, καθολικήν καί άποστολικήν ’Εκκλησίαν», ότι είμαστε

αυτή ή Εκκλησία. ’Ασφαλώς, ή εύχαριστιακή μας συνείδηση καί ή επισκοπική

άποστολική διαδοχή καί δομή εξασφαλίζουν τήν ενότητα τής ’Ορθοδοξίας. Πρέπει

όμως νά όμολογηθεΐ ότι κάθε τόσο εμφανίζονται ζητήματα πού τήν πληγώνουν.

Κατά καιρούς ή κατάσταση επιδεινώνεται, όχι λόγω διαφορετικών θεολογικών

τοποθετήσεων άλλά ενεκα άλλων, μή καθαρώς εκκλησιαστικών αιτίων.

Αρκετές ’Ορθόδοξες Αυτοκέφαλες ’Εκκλησίες ζοΰν σέ περιβάλλον

ομοιογενές, άποτελώντας τή συντριπτική πλειοψηφία τής χώρας (π.χ. Ελλάδα,

Ρουμανία, Σερβία). ’Εξαίρεση σ’ αύτό άποτελούν τά πρεσβυγενή Πατριαρχεία, τά

όποια άκτινοβολοΰν τήν ’Ορθοδοξία σέ περιβάλλον αλλόθρησκο. Μέ τίς

τελευταίες εξελίξεις, διάφορες ’Ορθόδοξες ομάδες, συνήθως μετανάστες άπό τήν

’Ανατολική Εύρώπη, έχουν μετακινηθεί σέ εύρωπαϊκές χώρες. ’Έτσι, σήμερα

πολυάριθμες ’Ορθόδοξες ενορίες μοιάζουν μέ νησίδες στό άρχιπέλαγος τής

Ευρώπης.

 

Στίς συνθήκες αύτές διαμορφώνονται διάφορες τάσεις: Ή μία τείνει πρός τήν

πλήρη προσαρμογή ή καί τήν άφομοίωση μέ τήν νοοτροπία τής πλειοψηφίας. Ή

άλλη τείνει στή δημιουργία γκέττο, γιά νά περισώσει τήν ’Ορθόδοξη ταυτότητα.

"Εχουμε εύτυχώς καί περιπτώσεις, π.χ. στή Γαλλία, όπου έχει άποφευχθεϊ τόσο τό

γκέττο όσο καί ή άφομοίωση.

 

Καθώς ή Εύρώπη εξελίσσεται πολιτικά, διακρίνονται δύο ιδιαίτερες

περιοχές: Ή Ενωμένη Εύρώπη, άφενός, καί άφετέρου, οί χώρες πού βρίσκονται εκτός, μέ κύρια πολιτική οντότητα τή Ρωσία/Η ’Ορθοδοξία μπορεί νά άποτελέσει

πνευματική γέφυρα πού νά συνδέει ολόκληρη τήν εύρωπάΐκή ήπειρο,

άξιοποιώντας τόν πλούτο τού πνευματικού πολιτισμού πού όημιουργήθηκε τόσο

στό' στή Δύση όσο καί στήν "Ανατολή. Ή ’Ορθοδοξία οφείλει νά συμβάλει στήν

προσπάθεια συνδιαλλαγής, στήν άρμονική συμβίωση ή όποία βασίζεται στόν

σεβασμό των ιδιαιτέρων παραδόσεων, σέ μιά ενότητα πού στηρίζεται στή

συμφιλιωμένη διαφορετικότητα. Βεβαίως, σ’ αύτή τήν προσπάθεια δέν είμαστε

μόνοι μας. 'Όλες οί χριστιανικές Εκκλησίες τής Εύρώπης ύπογραμμίζουν αύτό τό

χρέος.

 

Συγχρόνως, οί ’Ορθόδοξοι οφείλουμε νά έχουμε τό θάρρος γιά μιά σοβαρή

αυτοκριτική. Ή διαφορά μεταξύ θεωρίας καί πράξεως, τήν όποία παρουσιάζουμε,

είναι ενίοτε θεαματική. Υπάρχουν πολλές ασυνέπειες καί τραυματικές

καταστάσεις πού ζητούν διορθωτικές κινήσεις. Π.χ., ή ορθή κατανόηση των

σχέσεων 'Εθνους καί ’Ορθοδοξίας, τά όποια πολλές Αυτοκέφαλες ’Εκκλησίες

ταυτίζουν.

Διάφορα επίσης φολκλορικά στοιχεία αλλοιώνουν τήν καθαρότητα τής

’Ορθοδόξου παραδόσεως καί τής λατρευτικής μας ζωής -τόσο, πού συχνά νά

βλέπουμε μιά «’Ορθοδοξία μπαρόκ».

 

"Ενα άλλο λεπτό θέμα είναι ή ερμηνεία καί εφαρμογή των "Ιερών Κανόνων

στή σύγχρονη ζωή. Όρισμένοι τούς επικαλούνται όπως oi Εβραίοι τό Ταλμούό.

Οί Κανόνες όμως δείχνουν κατεύθυνση σκέψεως καί συμπεριφοράς. Είναι

ποιμαντικά μέτρα-φάρμακα, πού σκοπό έχουν τή θεραπεία καί τήν ορθή

καθοδήγηση τού πάσχοντος ανθρώπου. Ή δόση εντούτοις καί ή τελική χρήση τών

φαρμάκων έπαφίεται στόν ιατρό, τελικά σέ ένα ύπεύθυνο πρόσωπο τής

’Εκκλησίας, στόν ’Επίσκοπο, ό οποίος είναι «εις τύπον καί τόπον Χριστού».

 

Υπάρχουν Κανόνες πού ήδη στήν πράξη έχουν τεθεί άπό τήν έκκλησιαστική

συνείδηση σέ άχρηστία- π.χ. ένας Κανών, άπαγορεύει μέ ποινές τό νά συμφάγει

’Ορθόδοξος κληρικός μέ έτερόδοξο.... [«Μεθ’ οίουδήποτε τών ετεροδόξων ή

συνεστίασις γέγονε, μετανοίςχ άξιολόγφ ό συνεστιασθείς τού εγκλήματος

άπολέλυται», μέ ποινή άναλόγως τής περιπτώσεως, «έν δυσίν ή τρισί

τεσσαρακοσταΐς»]10. Άλλος Κανών γράφει: «ότι ού δει όδοιπορεΐν άνευ άνάγκης

ή βίας έν Κυριακή»11.

 

Συχνά ή προσοχή πολλών άποσπάται σέ έπί μέρους καί παραθεωρούνται τά

βαρύτερα τού νόμου: «ή κρίσις καί τό έλεος». Εύκολα ύμνούμε τή χριστιανική

άγάπη, άλλά τήν περιορίζουμε στόν εαυτό μας, τό πολύ-πολύ, στούς τούς δικούς

μας, άδιαφορώντας γιά τόν άλλο, τόν ξένο, τόν διαφορετικό. Εκθειάζουμε τή

λιτότητα καί τήν ταπείνωση, ενώ κινούμεθα στούς ρυθμούς τής άνέσεως, τής

χλιδής καί τής άλαζονείας. «Τί δέ μέ καλεΐτε, Κύριε, Κύριε,», θά μάς έλεγε καί

σήμερα ό Χριστός, «καί ού ποιείτε ά λέγω» (Λουκ. 6:46).

 

2. Οί σχέσεις μας μέ τούς άλλους χριστιανούς έχουν περάσει από διάφορες

φάσεις. Σήμερα, διακρίνονται δύο τοποθετήσεις: Τήν πρώτη εκπροσωπεί μία

νοοτροπία κλειστή, καχυποψίας γιά τούς άλλους, ή όποία συχνά άνατρέχει στό

παρελθόν μέ αρνητικά ιδεολογήματα καί επισημαίνει τούς κινδύνους άπό τίς

επαφές μέ τίς άλλες χριστιανικές ομολογίες. Τή δεύτερη εκφράζουν όσοι

πιστεύουν στήν προσέγγιση καί συνεργασία των χριστιανών. Συνήθως οί πρώτοι

θέτουν τό ερώτημα: Καί τί έχουμε νά πάρουμε άπό τή Δύση; Οί δεύτεροι τονίζουν

ότι ή ορθή τοποθέτηση είναι: Τί μπορούμε εμείς νά προσφέρουμε; Καί άσφαλώς,

πολλά έχουμε νά μοιρασθοΰμε άπό κοινού. Κάτι αυτονόητο, πού όμως εύκολα

παραθεωρούν άρκετοί ’Ορθόδοξοι, είναι ότι οί άλλοι Εύρωπαΐοι δέν έπέλεξαν, μέ

διάθεση νά προσχωρήσουν σέ αίρεση, τή χριστιανική ομολογία στήν όποία σήμερα

άνήκουν, άλλά γεννήθηκαν σέ χώρα στήν όποία επί αιώνες ή ομολογία αύτή

έπικρατεΐ. Π.χ. ό Νορβηγός στή Λουθηρανή Εκκλησία, ό Σκωτσέζος στήν

Πρεσβυτεριανή.

 

Πώς τούς κρίνουμε διότι δέν είναι ’Ορθόδοξοι;

Οί υπερσυντηρητικοί υποστηρίζουν ότι οί επαφές μας μέ τούς ετεροδόξους

άπειλοϋν νά άλλοτριώσουν τό ’Ορθόδοξο φρόνημα καί ήθος καί ότι ή συμμετοχή

μας στήν οικουμενική κίνηση -τήν όποία άκριτα χαρακτηρίζουν ως «παναίρεση»-

είναι προδοσία τής ’Ορθοδοξίας. Δέν δυσκολεύονται μάλιστα νά βάλουν στούς

άντιφρονούντες έτικέττες, όπως «αιρετικοί», «οίκουμενιστές» (άγνωστη λέξη στό

ελληνικό λεξιλόγιο, πού γνωρίζει άπό αιώνες μόνο τό «οικουμένη»,

«οικουμενικός»). Πολλοί όμως πιστεύουμε ότι είναι χρέος μας νά συμμετέχουμε

στούς κοινούς προβληματισμούς προσφέροντας τήν ’Ορθόδοξη μαρτυρία12. Τή

γραμμή αύτή έχουν υιοθετήσει άπό ετών οί Σύνοδοι τών Αύτοκεφάλων

’Ορθοδόξων ’Εκκλησιών.

 

Τό βασικό έρώτημα είναι, ποιός τελικά άποφασίζει στήν Όρθόδοξη

’Εκκλησία γιά τό έκάστοτε πρακτέο καί γιά τό τί είναι αιρετικό; Ό Άλφα ή ό

Βήτα εύσεβής μοναχός ή κληρικός; Διότι τάχα αύτός αύτεπάγγελτα «εκπροσωπεί»

τόν λαό; Μήπως έτσι κινδυνεύουμε νά διολισθήσουμε σέ ένα τύπο

«πρεσβυτεριανής ’Ορθοδοξίας»; ’Αλλά ένα τέτοιο είδος δέν τό γνωρίζει ή

’Ορθόδοξη παράδοση. Ή Σύνοδος τών ’Επισκόπων έχει τήν εύθύνη νά λαμβάνει

άποφάσεις στά κρίσιμα θέματα καί νά καθορίζει τήν έκάστοτε ’Ορθόδοξη στάση.

Προφανώς, υπάρχουν πολλά προβλήματα θεολογικά, έκκλησιολογικά,

πρακτικά, τά όποια χωρίζουν τούς χριστιανούς τής Εύρώπης. 0ά χρειασθεΐ

άσφαλώς υπεύθυνη καί συστηματική συζήτηση έπί διαφόρων θεμάτων. Κανείς δέ

άπό όσους μετέχουμε στίς όιαχριστιανικές σχέσεις δέν είναι διατεθειμένος νά

άρνηθεΐ τήν ’Ορθόδοξη ταυτότητά του ή νά κάνει συμβιβασμούς στήν πίστη του

προδίδοντας τήν ’Ορθοδοξία. Άλλωστε, ή ούσιαστική συμβολή μας δέν είναι ό

συμβιβασμός ή ή σιωπή, άλλά ή σοβαρή κριτική σκέψη, ή προσφορά τού θησαυρού

τής ’Ορθόδοξης παραδόσεως καί θεολογίας πού συνδέει οργανικά τό σήμερα μέ

τήν άποστολική εποχή.

 

Γενικά, πάντως, θά ήταν τραγικό, ενώ οί πολιτικές, επιστημονικές,

πολιτιστικές, οικονομικές δυνάμεις προωθούν τήν ενότητα τών πολιτών τής

Ευρώπης στηρίζοντας έτσι τήν ειρήνη καί τήν άσφάλεια τής ήπείρου, οί

’Ορθόδοξες Εκκλησίες νά επιχειρήσουν νά υψώσουν παραπετάσματα άνάμεσά

τους. Κάτι χειρότερο: 0ά ήταν σκάνδαλο.

 

Τό πρόβλημα τών σχέσεων τών χριστιανών μέ άνθρώπους άλλων

θρησκειών είναι πολύ συνθετότερο. Γενικά παρουσιάζει δύο πλευρές. Ή πρώτη

είναι πρακτική: Ή αναγκαία συμβίωση μέ άνθρώπους άλλων θρησκευτικών

πεποιθήσεων. Σ’ αυτή τήν περίπτωση πρόκειται γιά ενα «διάλογο ζωής», όπου ή

μόνη ένδεδειγμένη στάση είναι ή ειρηνική συνύπαρξη, ό σεβασμός τής

θρησκευτικής ελευθερίας καί γενικά τών άνθρωπίνων δικαιωμάτων τού άλλου.

’Αλλά άκόμη, ή συνεργασία σέ θέματα κοινωνικής άρμονίας καί προόδου.

 

Ή δεύτερη είναι θεωρητική: Ή κατανόηση τών άλλων θρησκειών άπό

πλευράς θεολογικής. 'Όπως ή ζωή τοϋ Χριστού, τού νέου Άόάμ, έχει παγκόσμιες

συνέπειες, τό ίδιο καί ή ζωή τού μυστικού Σώματός Του, τής ’Εκκλησίας, έχει

παγκόσμια εμβέλεια καί ενέργεια. Οί προσευχές της καί τά ένδιαφέροντά της

άγκαλιάζουν τήν άνθρωπότητα ολόκληρη. Ή Εκκλησία προσφέρει τή θεία

Εύχαριστία καί τή δοξολογία της ύπέρ τών πάντων. Ενεργεί υπέρ τού σύμπαντος

κόσμου. ’Ακτινοβολεί τή δόξα τού ζώντος Κυρίου σέ όλη τή κτίση13.

Μιά στάση ζωής, ή οποία σέβεται τις θρησκευτικές αρχές καί

απόψεις τών άλλων, δεν σημαίνει συγκρητισμό καί αλλοτρίωση τής

χριστιανικής αύτοσυνειδησίας. ’Αντίθετα, απαιτεί ουσιαστική γνώση

τής πίστεώς μας μαζί μέ μία συνεχή βίωσή της εν μετανοίς*,

ταπεινοσύνη καί γνησίςι αγάπη.

 

Τό Μήνυμα τών Προκαθημένων τών’Ορθοδόξων Εκκλησιών στήν πανηγυρική συλλειτουργία στή Βηθλεέμ στις 7 Ίανουαρίου τοϋ 2000 τόνισε: «Προσβλέπομεν πρός τάς άλλας μεγάλας θρησκείας, Ιδίςχ. δέ τάς μονοθεϊστικός, τοϋ Ίουδαϊσμοϋ καί

τοϋ Ίσλάμ, προτιθέμενοι νά οικοδομήσωμεν ετι πλέον τάς

προϋποθέσεις διαλόγου μετ’ αυτών επί τώ τέλει τής ειρηνικής

συνυπάρξεως όλων τών λαών ... Ή ’Ορθόδοξος Εκκλησία απορρίπτει

τήν μισαλοδοξίαν καί καταδικάζει τόν θρησκευτικόν φανατισμόν,

όποθενδήποτε ήθελον έκδηλωθή τοιαϋτα φαινόμενα»14 Καί τόν

’Οκτώβριο τού 2008, τό «Μήνυμα τών Προκαθημένων τών ’Ορθοδόξων

Εκκλησιών» στή Συνάντησή τους στήν Κωνσταντινούπολη επαναβεβαίωσε: «Τήν

επιθυμίαν ήμών όπως, παρά τάς οίασδήποτε δυσκολίας, συνεχίσωμεν τούς

θεολογικούς διαλόγους μετά τών λοιπών Χριστιανών, ως καί τούς

διαθρησκειακούς διαλόγους, ιδιαιτέρως μετά τού ’Ιουδαϊσμού καί τού Ίσλάμ,

δοθέντος δτι ό διάλογος άποτελεΐ τόν μόνον τρόπον έπιλύσεως των μεταξύ τών

άνθρώπων διαφορών, ιδιαιτέρως εις μίαν εποχήν, ώς ή σημερινή, κατά τήν όποίαν

αί παντοΐαι διαιρέσεις, περιλαμβανομένων καί εκείνων εν όνόματι τής θρησκείας,

άπέϊλοϋν τήν ειρήνην καί ενότητα τών ανθρώπων»

 

 Γενικά, ή ’Ορθοδοξία υποστηρίζει τήν αρμονική συνύπαρξη τών θρησκευτικών κοινοτήτων καί μειονοτήτων καθώς καί τήν ελευθερία συνειδήσεως τοϋ κάθε

άνθρώπου καί τοϋ κάθε λαοΰ.

Ιδιαίτερα στίς σχέσεις Χριστιανισμού καί Ίσλάμ, οί ’Ορθόδοξοι έχουμε

μακραίωνες εμπειρίες, ούσιαστικότερες άπό αυτές τών Δυτικών. ’Αφενός βαθιά

τραυματικές άπό τήν πίεσή του, άφετέρου εμπειρίες ειρηνικής συμβιώσεως.

Σήμερα, ένα σοβαρό πρόβλημα πού μπορεΐ νά άντιμετωπισθεΐ άπό κοινού μέ

άνθρώπους άλλων θρησκευμάτων είναι ή προστασία τού φυσικού περιβάλλοντος.

Τά οικολογικά ζητήματα, τά όποια βρίσκονται πλέον στό κέντρο τού παγκοσμίου

ένδιαφέροντος, άποτελοΰν εύρύ πεδίο δημιουργικού διαθρησκειακοϋ διαλόγου

καί συνεργασίας.

Γενικότερα πιστεύω ότι ή ένδεδειγμένη ’Ορθόδοξη στάση στή σύγχρονη

πολυθρησκειακή κοινωνία είναι τό μαρτυρικό-ίεραποστολικό φρόνημα. «Καί

έσεσθέ μοι μάρτυρες εν τε Ιερουσαλήμ καί εν πάση τή Ίουδαίς* καί Σαμαρείς* καί

έως έσχάτου τής γης» (Πράξ. 1:8). «’Εσχάτου», μέ όλες τίς έννοιες. Δίνουμε τήν

μαρτυρία τής πίστεώς μας όπου ό θεός άνοίγει μιά πόρτα: σέ περιβάλλοντα μή

’Ορθόδοξα, μή χριστιανικά, άδιάφορα ή άθεϊστικά -στήν Εύρώπη, στήν ’Αφρική,

σέ διεθνείς ή παγκόσμιους οργανισμούς. Χωρίς άπαίτηση νά γίνουν οπωσδήποτε

οί θέσεις μας άποδεκτές, χωρίς πνεύμα προσηλυτισμού, χωρίς υπεροψία, χωρίς

άνησυχία ή φοβίες. Μέ σεβασμό στήν προσωπική έλευθερία τού άλλου. Τά

ύπόλοιπα τά κατευθύνει ό θεός.

Αύτή ή έσωτερική διάθεση μάς δίνει τή

δυνατότητα νά έπικοινωνοϋμε άνετα προσφέροντας τήν ’Ορθόδοξη έμπειρία πρός

κάθε κατεύθυνση· καί σ αύτούς πού έχουν άλλες θρησκευτικές ή κοσμοθεωριακές

πεποιθήσεις. "Ο,τι καί νά πιστεύουν ή νά μήν πιστεύουν, δέν παύουν νά έχουν τήν

άξία τού άνθρωπίνου προσώπου, τού πλασμένου κατ’ εικόνα θεού.

 

Έντονο παρουσιάζεται σήμερα τό ενδιαφέρον τών πολιτών τής Εύρώπης

γιά τήν άνάπτυξη μιάς κοινωνίας δικαιοσύνης καί άλληλεγγύης. Στόν κοινωνικό

τομέα, οί ’Ορθόδοξοι καλούμεθα, σέ συνεργασία μέ όλους τούς χριστιανούς τής

Εύρώπης, νά συμβάλουμε στή στήριξη καί ένδυνάμωση τών βασικών χριστιανικών

αξιών πού διαμόρφωσαν θετικά τόν εύρωπαϊκό πολιτισμό: ’Αναφέρω άπλώς

μερικές:

α) Τονισμό τής άξιοπρέπειας τού άνθρωπίνου προσώπου, ώς θεμέλιο

τών άνθρωπίνων δικαιωμάτων,

β) Σεβασμό τής ελευθερίας τού κάθε άνθρώπου,

άνεξαρτήτως καταγωγής, φύλου, παιδείας, θρησκευτικών πεποιθήσεων,

γ) Σημασία τού γάμου καί τής οικογένειας,

δ) Εύθύνη τού κάθε πολίτη γιά τήν πρόοδο τού συνόλου.

 

Παρά τήν πρόοδο καί τίς πολλές εξελίξεις τοϋ δυτικού πολιτισμού,

ορισμένες ροπές τοΰ άνθρώπου παραμένουν σταθερές στούς αιώνες: Ή πλεονεξία,

ή βία, ή άλαζονεία, ή υποκρισία, ή απάτη, ή αίσθηση μοναξιάς καί κενού. Ποιός θά

μετάφέρει παλμό ζωής; Χρειάζεται πίστη καί ενθουσιασμός γιά τήν πορεία τής

Εύρώπης, πίστη στόν άνθρωπο καί τό μέλλον του. Κρυστάλλινη πηγή αύτού τοΰ

είδους πίστεως είναι ή άλήθεια τοϋ Εύαγγελίου.

 

Ή μεγαλειώδης όμως συμβολή τής χριστιανικής πίστεως υπήρξε -καί

παραμένει εις τό διηνεκές- ή άρχή τής άγάπης, μέ τό εύρος, τό βάθος καί τό ύψος

πού δόθηκε στήν έννοιά της. Μέσα σ’ αύτήν, ιδιαίτερη σημασία έχει ό τονισμός τής

συγγνώμης. Ή δυνατότητα συγχωρήσεως εξουδετερώνει άντιθέσεις καί

πολύμορφες έχθρες, γιά νά οδηγήσει στήν ούσιαστική συμφιλίωση άτόμων καί

λαών. Ή έμπνευση πού προσέφερε ή χριστιανική πίστη σέ εκατομμύρια

άνθρώπους γιά τή βίωση τής συγχωρητικότητος καί τής άγάπης είναι Ιστορικά

τεκμηριωμένα. Χωρίς άγάπη, ό εύρωπαϊκός πολιτισμός χάνει τήν πνοή, τή δύναμη

καί τήν ομορφιά του. Καί ή ’Ορθοδοξία οφείλει νά είναι μιά άστείρευτη πηγή

άγάπης.

 

Ειδικότερα στή σύγχρονη θεολογική άναζήτηση, πολύ σημαντικός είναι ό

θεολογικός πλούτος τής πατερικής παραδόσεως τής Όρθοόοξίας. Σέ κρίσιμη

καμπή τής ζωής τής Εκκλησίας, όταν άντιμετώπιζε κινδύνους, τόσο άπό τή

μετωπική συνάντηση μέ τήν άρχαία έλληνική Φιλοσοφία όσο καί άπό τή στατική

προσκόλληση σέ μιά εξωτερική εύσέβεια καί τυπολατρία, οί μεγάλοι Πατέρες τής

’Ανατολικής Εκκλησίας άγωνίσθηκαν εναντίον καί τών δύο αύτών άκρων μέ

διορατική σοφία καί μέ άγιοπνευματικό θάρρος. Πέτυχαν νά προχωρήσουν πέρα

άπό διανοητικά διλήμματα σέ νέες τομές καί διατυπώσεις πού άξιοποιοϋσαν ό,τι

καλύτερο είχε νά προσφέρει στήν πορεία τής άνθρωπότητος ή άρχαία έλληνική

σκέψη συναντώντας τό αποφασιστικό νέο τού Εύαγγελίου, τό όποιο άνοιγε νέους

ορίζοντες στόν νού, τήν καρδιά, τήν όλη ύπαρξη τοΰ άνθρώπου. Ό συνδυασμός

τής έσωτερικής δυναμικής τοΰ χριστιανικού μηνύματος μέ τόν άέναο

προβληματισμό τής άναζητήσεως τής άνθρωπότητος γονιμοποιεΐ εκ νέου σέ κάθε

εποχή τή δημιουργική σκέψη πού έχει χαρίσει ό θεός στόν άνθρωπο.

 

Ή πατερική θεολογία παραμένει ζωογόνος πηγή γιά τή θεολογία τοΰ σήμερα

καί τοΰ αύριο, ή όποία, όπως ύπογράμμισε ό ρουμάνος θεολόγος π. Δημήτριος

Στανιλοάε, “πρέπει νά είναι άνοικτή στή συνολική ιστορική καί κοσμική

πραγματικότητα, άλλά συγχρόνως πρέπει νά είναι πνευματική. Νά βοηθήσει όλους

τούς χριστιανούς νά άποκτήσουν μιά νέα πνευματικότητα, άνάλογη καί πρός τίς

παγκόσμιες διαστάσεις τής επιστήμης καί τής τεχνολογίας καί πρός τήν

παγκόσμια άνθρώπινη κοινότητα”

 

’Ιδιαίτερα στό λεπτό θέμα τών σχέσεων χριστιανικής πίστεως καί θετικών

επιστημών, ή ’Ορθόδοξη ’Εκκλησία έχει άποφύγει νά επιζητεί νά κηδεμονεύσει τήν

εξέλιξη τής έπιστημονικης προσπαθείας, νά σπεύδει νά λαμβάνει θέση γιά κάθε

εμφανιζόμενο νέο επιστημονικό ερώτημα. Γιά τήν Όρθόόοξη συνείδηση ή

ελευθερία τής έρευνας άποτελεΐ θεόσδοτο δώρο στόν άνθρωπο. Εύτυχώς, στήν

"Ανατολική παράδοση έχει άποφευχθεΐ κατά τό δυνατόν κάθε σύγκρουση μεταξύ

έπιστήμης καί θεολογίας, λόγω τής διπλής μεθοδολογίας τών ’Ορθοδόξων

Πατέρων, ή όποία θεμελιούται στήν όντολογική διάκριση μεταξύ κτιστού καί

άκτιστου.

 

Συγχρόνως όμως μέ αύτή τήν κατάφαση, ή ’Ορθόδοξη χριστιανική σκέψη

έπισημαίνει: πρώτον, τούς κινδύνους πού κρύβονται πίσω άπό ορισμένα

έπιστημονικά επιτεύγματα· δεύτερον, τά όρια τής άνθρωπίνης γνώσεως· καί

τρίτον, τήν ύπαρξη μιάς άλλης “γνώσεως”. Ή τελευταία δέν ύπάγεται άμεσα στό

έπιστημονικό πεδίο, άποδεικνύεται όμως πολλαπλά άπαραίτητη γιά τήν ορθή

όριοθέτηση τής έλευθερίας καί τήν άξιοποίηση τών καρπών τής έπιστήμης — μέ τόν

περιορισμό τού εγωκεντρισμού, μέ τόν τονισμό τής τελικής ένότητος άλήθειας,

κάλλους καί άγάπης.

 

Τέλος, ιδιαίτερη άξία στή σύγχρονη εύρωπαϊκή θρησκευτική άναζήτηση,

έχει, κατά κοινή ομολογία, ή ένταση καί τό εύρος τού λειτουργικού βιώματος τής

’Ορθοδοξίας, καί τού συχνά συνηρτημένου άσκητικού ήθους. Σ’ αύτό τό τελευταίο

θά προσέθετα τήν επίμονη έορταστική άναφορά στήν ’Ανάσταση. Ενωμένοι

οργανικά μέ τόν Χριστό, ό όποιος προσέλαβε καί λύτρωσε μέ τόν Σταυρό καί τήν

’Ανάστασή Του ολόκληρη τήν άνθρώπινη φύση, οί πιστοί καλούνται νά

άγκαλιάσουν τούς πάντες καί τά πάντα, μέ έλπίδα, χωρίς φόβο. Μέ τέλεια άγάπη,

ή όποία “έξω βάλλει τόν φόβον” (Α' Ίω. 4:18). Γιά τήν ’Ορθόδοξη συνείδηση ή

’Εκκλησία δέν είναι μιά κλειστή εταιρεία σεσωσμένων, οί οποίοι άπολαμβάνουν

άποκλειστικά τά δώρα τού θεού καί διεκδικούν άνέσεις, προνόμια καί κοσμική

εξουσία. Είναι ή εύχαριστιακή κοινότητα τών πιστών, πού ζεΐ καί γιορτάζει τήν

εμπειρία τής Άναστάσεως, τής νίκης πάνω στόν θάνατο. Καί μέ αύτή τήν άλήθεια

ζωογονεί καί μεταμορφώνει τή ζωή όλης τής οικουμένης έν έλευθερίςχ καί άγάπη.

Στίς άρχές τού προηγούμενου αίώνος, ό Oswald Spengler17 ύποστήριξε ότι

υπάρχει μιά φυσική ιστορική εξέλιξη τών μεγάλων πολιτισμών, γέννηση,

άνάπτυξη, άνθοφορία, καρποφορία καί γήρανση, μέ κατάληξη τόν θάνατο.

 

Ή άποψή του ήταν ότι ό Δυτικός πολιτισμός έχει φθάσει στήν τελική αύτή φάση.

’Αντίθετα πρός αύτή τήν άποψη ορθώθηκαν πολλές φωνές, μεταξύ τών οποίων

διακρίνεται ή θέση τού Arnold Toynbee18. Ό τελευταίος επισημαίνει τή διαφορά

μεταξύ ύλικής καί τεχνολογικής προόδου άφ’ ενός, καί τής γνησίας προόδου άφ’

ετέρου, τήν όποία ονομάζει spiritualisation (“πνευματοποίηση”). Βλέπει τίς ρίζες

τής κρίσεως τού Δυτικού κόσμου στήν άπομάκρυνση άπό τό θρησκευτικό βίωμα

καί στήν υιοθέτηση μιάς λατρείας τής τεχνολογίας, τού έθνους, τής

στρατοκρατίας. Καί ταυτίζει τήν κρίση μέ τήν έκκοσμίκευση. Ώς θεραπευτική

αγωγή θεωρείται ή έπανενδυνάμωση τοϋ θρησκευτικού στοιχείου. Στήν αντίληψη

περί βιολογικής παρακμής αντιτάσσει τή βουλητική θέση πού βασίζεται στό

σφρίγος καί τή ζωτικότητα τών δημιουργικών μειονοτήτων καί τών

όιάκεκριμένων προσωπικοτήτων.

 

Μιά τέτοια δημιουργική ‘'μειονότητα” καλούμεθα νά άποτελέσουμε καί μεΐς.

Γιά νά άνταποκριθεΐ όμως στόν ιστορικό ρόλο της ή ’Ορθόδοξη ’Εκκλησία καί νά

συμβάλει στήν πνευματική πορεία τής Εύρώπης, θά χρειασθεί πρίν άπό όλα νά

είναι συνεπής στόν μυστηριακό-σωτηριολογικό της χαρακτήρα. Νά παραμείνει

αύτό πού στήν ουσία είναι: Κιβωτός τής άλήθειας, τήν όποία άπεκάλυψε ό

Τριαδικός θεός· φανέρωση τού μυστηρίου τής οικονομίας τού θεού έν Χριστώ

διά τού "Αγίου Πνεύματος. Χώρος όπου τελεσιουργείται ή μεταμόρφωση τού

άνθρώπου, ή ύπέρβαση τής ύπαρξιακής του άγωνίας, ή ένωσή του μέ τόν Θεό τής

άγάπης.

 

Αύτή τήν ’Ορθοδοξία οφείλουμε νά έκπροσωπούμε στήν Εύρώπη καί σέ

ολόκληρη τήν οικουμένη. Άς μήν άνησυχοϋμε διότι δέν άνήκουμε στήν

πλειοψηφία. Τό ζητούμενο είναι νά γίνουμε ενας δημιουργικός πυρήνας πού θά

βοηθήσει τήν Εύρώπη νά άνακαλύψει καί νά άναπτύξει τά καλύτερα στοιχεία τής

κληρονομιάς της καί νά προχωρήσει σέ μία νέα πνευματική άκμή.

 

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις