Η δύναμη του ονόματος
ΤΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΚΑΠΑΡΗ
ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 30.8.2026
«Θα πάω στην Αθήνα, στη Μόσχα, στο Λονδίνο, στη Νέα Υόρκη, στο Πεκίνο, όπου δεν με ξέρει κανένας και θα κάνω τα ωραία μου…» η ρήση πολλών «χούφταλων παλικαριών», «ποσκασμένων νεανίδων», πονηρούληδών παντρεμένων και άλλων πολλών με ιδιαίτερα χαρίσματα, οι οποίοι αναζητούν την ανωνυμία στο πλήθος, για να εκδηλώσουν τα πιο ταπεινωτικά τους ένστικτα. Και όταν «φώτα αρχίσουν να σβήνουν», πολιτικοί, ηθοποιοί, δημοσιογράφοι, εκατομμυριούχοι και άλλοι, ούτω καλούμενοι επώνυμοι, πολλοί από τους οποίους πούλησαν και την ψυχή τους στον διάβολο για λίγη δημοσιότητα, αρχίζουν εκλιπαρούν για λίγη ανωνυμία και για «ζεστά» χέρια. Πολυεκατομμυριούχος, με αεροπλάνα και τεράστια κότερα, ο οποίος κυκλοφορεί με ταξί, για να μην γίνεται στόχος, έλεγε σε μια στιγμή ευφορίας μετά ποτού, ότι ήταν έτοιμος να δώσει τα πάντα, φτάνει να έβρισκε λίγη ησυχία. Την επομένη, όταν έφυγε η επίδραση του ποτού, επέστρεψε στη καθημερινότητα του, βρίζοντας διευθυντές και απολύοντας υπαλλήλους.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση «διέταξε» και η Κύπρος εφάρμοσε την απάλειψη των ονομάτων των γονιών από τις ταυτότητες, μέχρι να γίνει η «μικρή» επανάσταση των «ασήμαντων». Το Υπουργείο Εσωτερικών βρήκε την «σολομωνιτζή» και μπάλωσε την κατάσταση. Τα επιχειρήματα των «ευρω-λιγούρηδων», έχουν βάση στη σύγχρονη κοινωνία, ωστόσο δεν μπορούν να ανατρέψουν την φύση και την ηθική. Στόχος λένε, να μην «αισθάνονται» άσχημα τα παιδιά γονιών χωρίς πατέρα και μητέρα, τα παιδιά από τράπεζες σπέρματος, τα παιδιά από παρένθετες μητέρες, τα παιδιά με ομοφυλόφιλους γονείς, τα παιδιά εγκληματιών και τα παιδιά με γονείς «ενός κατώτερου θεού». Σε αυτή την επιχειρηματολογία, δεν γίνεται λόγος για τα παιδιά των λεγόμενων επώνυμων, τα οποία πολλές φορές εξαφανίζονται και παρεκτρέπονται, για να «γλιτώσουν» από κρυφά οικογενειακά μυστικά.
Η παροιμία λέει ότι «καλύτερα να σου βγει το μάτι, παρά το όνομα…» Στα χωριά, στις τοπικές απομονωμένες κοινωνίες, πριν πολλές δεκαετίες, έλεγαν: «αν σε δουν στον καφενέ και σηκώσουν το φρύδι, τότε μάζεψε τα πράματα σου και φύγε μακριά…» Δεν χρειαζόταν ούτε φωνές, ούτε επιχειρήματα, ούτε δίκες, ούτε και βία. Αρκούσε ένα φαρμακερό βλέμμα και εξαφανιζόσουν ως οντότητα. Ο κανόνας ισχύει και σήμερα, με το λεγόμενο «name and shame», δηλαδή με την δημόσια και επώνυμη καταγγελία μιας επιχείρησης ή ενός ανθρώπου. Πολλοί είναι οι ιδιοκτήτες επιχειρήσεων, αλλά και άλλοι λεγόμενοι επώνυμοι, οι οποίοι είτε δικαίως, είτε αδίκως, βρέθηκαν στο «μάτι του κυκλώνα», οι οποίοι λένε σε στιγμές ειλικρίνειας, ότι θα προτιμούσαν να κλείσουν τις επιχειρήσεις, ή να πάνε φυλακή, παρά να υφίστανται τον κοινωνικό εξευτελισμό.
Οι «δίκαιες» κοινωνίες με «σοφούς» ηγέτες, πάντα επιθυμούσαν να έχουν «επώνυμους» πολίτες. Ξέρουν, ότι είναι ο πιο εύκολος τρόπος για να διοικήσεις ανθρώπους. Πιο απλά η επωνυμία σημαίνει και «κοινωνικό έλεγχο» και είναι ίσως πιο ισχυρός από τον έλεγχο με τις κάμερες και τις μηχανές παρακολούθησης. Είναι ο γιος του «τάδε», ο παππούς του ήταν ο «ήρωας», ο «δείνα» προέρχεται από γενιά «παπάδων» και ούτω καθεξής. Το όνομα από την ίδρυση του κόσμου μέχρι και σήμερα –με εξαιρέσεις- αποτελούσε σκιαγράφηση και του ψυχοσωματικού περιεχομένου ενός ανθρώπου. Ο Μωυσής πριν λάβει τις δέκα εντολές, ζήτησε να μάθει το όνομα του Θεού, αφού διά του ονόματος θα μπορούσε να προσεγγίσει και την ουσία του Θεού. Ιστορικά σε όλες τις κοινωνίες, ακόμη και στις πρωτόγονες, το όνομα ποτέ δεν ήταν απλά μια ονομασία, αλλά καθόριζε σε μεγάλο βαθμό και το ποιόν του ανθρώπου. Ακόμη σε πολλές κοινωνίες, τα ονοματεπώνυμα είναι «σιδηρόδρομοι». Με το τρόπο αυτό διαφυλάττουν τις οικογενειακές παραδόσεις, την κυτταρική μνήμη και όχι σπάνια διατηρούν τις κάστες και τα κληρονομικά προνόμια.
Στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, η τιμωρία ατόμων τα οποία παρανόμησαν και καταπάτησαν τα δικαιώματα του Θρόνου, δεν είναι ούτε η καταγγελία στην Αστυνομία, ούτε η προσφυγή στα δικαστήρια. Λαμβάνει απόφαση η Ιερά Σύνοδος και απλά βγαίνει ο Διάκος και διαβάζει τους αναθεματισμούς κατά του συγκεκριμένου προσώπου. Ανάλογες πρακτικές ακολουθούν και άλλες Εκκλησίες, συνήθως για εκκλησιαστικά παραπτώματα, όπως η αργία και η καθαίρεση. Στην Κύπρο πριν μερικά χρόνια, υπήρχε η πρακτική να κινηματογραφούνται οι ύποπτοι για σοβαρά εγκλήματα, οι οποίοι οδηγούνταν στα δικαστήρια. Με νομοθετική απόφαση, αυτό απαγορεύτηκε, ώστε να προστατευτούν οι αθώοι. Ωστόσο για πολλούς οι οποίοι καταδικάστηκαν, θεωρούσαν ως χειρότερη τιμωρία, την προβολή τους στις τηλεοράσεις και όχι την φυλάκιση. Τώρα αν η «διαπόμπευση» αποτελούσε αποτρεπτικό παράγοντα και μέσω για μείωση της εγκληματικότητας, πότε κανείς δεν θα το μάθει. Κατά τα άλλα, το «καθαρό κούτελο» και ήσυχη συνείδηση, αποτελούν «καμαρόπορτα για τον παράδεισο…»

Σχόλια