Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Τα σάντουιτς του μάστρε Λοΐζου

 Τα σάντουιτς του μάστρε Λοΐζου

ΤΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΚΑΠΑΡΗ


ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 9/8/2020


«Ρε κουμπάρε εμείς θέλουμε το κούτελο μας καθαρό» ήταν η απάντηση του μάστρε Λοΐζου από το Καρπάσι, ο οποίος επιλέγει να πωλεί την μικρή παγωμένη μπουκάλα νερού για 50 σεντ και να προσφέρει «σούπερ» σάντουιτς για τρία μόνο ευρώ. Το αυτοκινούμενο σαντουϊτσάδικο βρίσκεται σε μια γωνιά του Κάβο Γκρέκο, σε ένα παραδεισένιο μέρος, όπου η κολασμένη ακρίβεια, συναγωνίζεται την αισχροκέρδεια. Ο πονεμένος πρόσφυγας, ο λεβέντης βιοπαλαιστής, με την παραδοσιακή μουστάκα και το ρυτιδωμένο από τον ήλιο πρόσωπο, επιμένει να διαλέγει τα καλύτερα παραδοσιακά υλικά και ψήνει με «κουρμεδίστικη» μαεστρία, τα ταπεινά «σπέσιαλ» σάντουιτς του. Ο άνθρωπος είναι μερακλής στην δουλειά του και όσο και αν ακούγεται παράξενο, γνοιάζεται και για την υγεία των πελατών του.

Η τυχαία συνάντηση, το απρόσμενο συμπόσιο, περιελάβανε κουβέντα από καρδιάς και έφερε στο προσκήνιο τα «πάθια και τους καημούς» που δεν έχουν τελειωμό, όπως θα έλεγε και ο κύρ Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης. Ο παραδοσιακός «βαρετός άδρωπος» που πόνου και του μόχθου, άρχισε να παλεύει για τον επιούσιο από μικρό παιδί, παραμελώντας υποχρεωτικά τα σχολικά θρανία. Πριν ακόμη «φέξει το φως» της ημέρας, βρισκόταν στα χωράφια και στην θάλασσα, είτε για να μαζέψει καπνό, είτε για να συνάξει τα δίκτυα από την θάλασσα. Αντιθέτως τα πλουσιόπαιδα του χωριού, μελετούσαν και διάβαζαν και σήμερα είναι σπουδαίοι επιστήμονες και επιχειρηματίες. Ωστόσο ο «αγαθός γίγαντας» στο σώμα και την ψυχή, δεν ζηλεύει ούτε τον πλούτο, ούτε την δόξα τους, αφού απολαμβάνει την ομορφιά της φύσης, την χαρά της δημιουργίας και κυρίως την ευτυχία των παιδιών και των εγγονιών του.



Ο δρόμος έχει την δική του ιστορία και «τα πάθια κι οι καημοί του κόσμου» δεν έχουν τελειωμό, ούτε στους πλούσιους του κόσμου τόπου. Ο ευγενέστατος, κύριος Γιάννης, με το μπρούντζινο χρώμα ελέω αντηλιακών, απλωμένος στην «ακριβή» παραλία του Πρωταρά, απολάμβανε μόνος του, τις χαρές της ακροθαλασσιάς. Αλλά ο άνθρωπος «ζώον θεούμενον» αναζητά πάντα τον άλλο άνθρωπο, επιζητά την κουβέντα, έχει ανάγκη από ένα λόγο, έστω ενός άγνωστου ανθρώπου. Πασχίζει ο άνθρωπος να καταθέσει τον πόνο και τον καημό του, έστω και αν αυτός κρύβεται πίσω από πλούσια αξεσουάρ και μεγαλόστομες καυχησιολογίες. Η κουβέντα ξεκίνησε με τις επαγγελματικές επιτυχίες, ακολούθησε η καύχηση για τις «κάφτζες» (πολλές γυναίκες) και τα πολλά σπίτια και εξοχικά. Και ανάμεσα στις «βασιλικές» περιγραφές, έρχεται η πραγματικότητα για να γκρεμίσει τα υλικά και ψυχικά παλάτια. Ο άνθρωπος έχασε το παιδί του από μια βαριά ασθένεια, έχασε την χαρά της ζωής του και τώρα αγωνίζεται μέσα από τις «γλυκανάλατες» παραγγελιές των ψυχολόγων και μέσα από το προσωπικό του πείσμα, να πείσει τον εαυτό του και κυρίως την χαροκαμένη γυναίκα του, ότι συνεχίζει να ζει και να παλεύει για το αύριο. Ένα αύριο το οποίο δεν υπάρχει, όπως ομολογεί σε στιγμές ειλικρίνειας, σε στιγμές όπου ξεχειλίζει ο πόνος και ο καημός. 

«Μια αστραπή η ζωή μας… μα προλαβαίνουμε», έγραψε πριν πολλές δεκαετίες ο μέγας αλλά και πολύ πονεμένος Νίκος Καζαντζάκης, ακολουθώντας τους κλασικούς πλέον στοίχους της Ευτυχίας Παπαγιαννοπούλου «δυο πόρτες έχει η ζωή, άνοιξα μια και μπήκα, σεργιάνισα ένα πρωινό, κι ώσπου να 'ρθει το δειλινό από την άλλη βγήκα.» Οι ψυχές και κορμιά δεν ειρηνεύουν και δεν χαίρονται, ούτε με τα «ναρκωτικά», ούτε με τον πλούτο, ούτε με την κραιπάλη, ούτε και με τις τεχνολογικές εικονικές φαντασιώσεις. Τα κορμιά και οι ψυχές αγάλλονται μόνο όταν τα βλέμματα των ανθρώπων διασταυρώνονται, όταν τα λόγια θερμαίνουν τις ψυχές και όταν τα σώματα ενώνονται και μεταρσιώνουν τον έρωτα σε αγάπη. Ένας καλός λόγος, μια όμορφη συνάντηση και ένα γλυκό χαμόγελο, αρκούν για να αναχθεί ο άνθρωπος σε σφαίρες ευτυχίας. Ο σπουδαίος Διονύσης Τσακνής, έγραψε και τραγούδησε το μοναδικό: «Ώρες σιωπής και χάνομαι στο άσπρο των ματιών σου / Ας ήτανε να κράταγες στιγμούλα μου στο χρόνο / Μα εμένα τη στιγμούλα μου πίσω ποιος θα μου φέρει / Εγώ ότι αγάπησα σε 'κείνη το χρωστώ...»  Όλα αλλάζουμε και όλα ίδια μένουν, αν δεν τέμνονται και αν δεν ανάγονται στην συνάντηση, στο αντάμωμα, στο άγγιγμα των ψυχών και των σωμάτων. 

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Τα εγγόνια του «διαβόλου»

Τα εγγόνια του «διαβόλου» . «Παπά παιδί, διαβόλου εγγόνι», συνηθίζει να λέει ο λαός, περιγελώντας και κοροϊδεύοντας τα καμώματα των ανθρώπων, που ζουν δίπλα στο ιερατείο. Είναι γεγονός και συχνό φαινόμενο, τα παπαδοπαίδια μη αντέχοντας την καταπίεση από την αναγκαστική συμμετοχή στο εκκλησιαστικό γίγνεσθαι, να οδηγούνται σε μικρές ή μεγάλες επαναστάσεις. Η βίωση της καθημερινότητας με τα προβλήματα και τις παραξενιές της, οδηγεί σε απομυθοποίηση του ιερατείου. Το παιδί ξέρει πρώτα τον πατέρα του, που μπορεί να παίζει και να γελά και μετά τον παπά, που διδάσκει. Ακόμη οι άνθρωποι που ζουν δίπλα στο ιερατείο, αναγκαστικά δακτυλοδείχνονται ως κομμάτι του «εκλεκτού» και περικλείονται σε τείχη καθωσπρεπισμού. Τα δεδομένα γίνονται τραγικά όταν η απομυθοποίηση του ιερατείου, συνοδεύεται και από αμφισβήτηση της αξίας του. Ωστόσο, το κριτήριο αυτό είναι πολύ σχετικό αφού ακόμη και αποδεδειγμένα άγιες οικογένειες, όπως του Μεγάλου Βασιλείου, είχαν στους κόλπους τους παιδιά που κάθε άλλο π...

Ο «γουμάς» της Λύσης

. "Νάτουν η Σκάλα μάλι σου, τζαι να μου τη χαρίσης, εν την αλλάσω φίλε μου με ένα γουμάν της Λύσης", τραγουδά ο λαικός ποιητής Παύλος Λιασίδης, και οι αλλόθρησκοι αττίλες βάλθηκαν να κάνουν το "καμάρι της μεσαρκάς" κατά τον άλλο λαϊκό ποιητή της Λύσης Γιακουμή Ατσίκκο, από χώρο μεγαλοπρέπειας, ομορφιάς και λαμπρότητας σε πραγματικό χώρο κατοικίας άλογων ζώων.... Τα χρόνια πέρασαν και η εξιδανίκευση του χαμένου τόπου ήλθε και ο μύθος κάλυψε την πραγματικότητα. Η Λύση 25 χρόνια μετά, έγινε διεθνώς γνωστή για τις κλεμμένες τοιχογραφίες του Αγίου Ευφημιανού, ενώ και οι άνθρωποι της, διασκορπισμένοι σΆ όλη την Κύπρο, παινεύονται για την καταγωγή και τα χαμένα μεγαλεία της Λύσης? Η προσπάθεια να αγγίξω το φαινόμενο «Λυσιώτες» είναι σίγουρα υποκειμενική, αλλά ίσως θα πρέπει κάποτε να περάσουμε από τον «όμορφο μύθο της τελειότητας», στην κοινωνική ανάλυση και τη αντικειμενική μελέτη? αν βεβαίως θέλουμε να μην χαθούμε από την κούραση των αντικατοχικών και μά...

«Αν ήταν η αζούλα πούζα» θα είχαμε και ουράνιο

➧ «Αν ήταν η αζούλα πούζα, ήταν να πουζιάσει ούλος ο κόσμος» δηλαδή αν η ζήλια ήταν κήλη, θα ήταν άρρω- στος όλος ο κόσμος. Η κυπριακή παροιμία ακολουθεί και τους σημερινούς Κύπριους και η κακή ζήλια φαί- νεται ότι κατατρύχει κάθε προσπάθεια, για να γίνει κάτι καλό σε αυτό τον τόπο. Αποσβολωμένοι οι τηλε- θεατές είδαν τον πρόεδρος του ΕΤΕΚ, τον σοβαρό Στέλιο Αχνιώτη, να ζητά εξηγήσεις από τον Νεοκλή Συλικιώτη, για δημοσιεύματα, σύμφωνα με τα οποία το αμερικανικό ωκεανογραφικό σκάφος Ναυτίλος, α- ναζητά ουράνιο στην περιοχή της υποθαλάσσιας ορο- σειράς Ερατοσθένης, εξήντα ναυτικά μίλια δυτικά της Πάφου. Ο υπουργός Εμπορίου χαμογελώντας εξέ- φρασε άγνοια, ενώ πιο παραστατικός και με πλατύτε- ρο χαμόγελο ήταν και την επομένη ο υπουργός Συ- γκοινωνιών, Ευθύμιος Φλουρέντζου. Καλά εκεί στο ΕΤΕΚ δεν ρωτούν –σε επιστημονικό επίπεδο– πριν να εκτεθούν δημοσίως; Είναι δικαιολογία ότι ρωτούσε ο πρόεδρος του ΕΤΕΚ ως απλός πολίτης αυτού του τό- που. Δεν θα ήταν καλύτερα το ΕΤΕΚ να ζητήσει από τους ε...