Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Φόρτωση...

Δευτέρα, 15 Δεκεμβρίου 2014

Η λύτρωση της φυλακής


Η λύτρωση της φυλακής

ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 14/12/2014

ΤΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΚΑΠΑΡΗ

Ο άνθρωπος δεν άντεξε την μεγάλη χαρά. Πήρε προαγωγή, έγινε διευθυντής του δημοσίου. Απέκτησε ευήλια γραφειάρα και νεαρή ιδιαιτέρα. Διοργάνωσε ένα μεγάλο πάρτι, σε πανάκριβο κέντρο διασκέδασης, για τους συγγενείς και φίλους. Κόρδωνε και έδινε υποσχέσεις. Και παρόλο που δεν πήρε αύξηση μισθού, λόγω οικονομικής κρίσης, αγόρασε και μια λιμουζίνα. Όλα τέλεια και το όνειρο έγινε πραγματικότητα.

Τα πανηγύρια τέλειωσαν και ο «διευθυντάρας» έπιασε δουλειά. Άρχισαν τότε οι προσκλήσεις από μεγαλόσχημους του οικονομικού κατεστημένου. Την μια φαγητό σε ακριβά εστιατόρια, την άλλη για σαββατοκύριακα σε πολυτελή ξενοδοχεία. Όλα πληρωμένα, από τα ποτά στο μπαρ, μέχρι και τις άλλες πονηρές περιποιήσεις. Όλα καλά και ωραία. Έλα όμως που τα σαΐνια, ήθελαν πληρωμή για τις υπηρεσίες που πρόσφεραν. Έλα κουμπάρε –έγινε και κουμπάρος με τους εκατομμυριούχους- βοήθα λίγο για να πάρουμε αυτή την δουλειά από το δημόσιο. Τον κουμπάρο μου τον καλό, να μην βοηθήσω. Και το στόμα άνοιγε και κελαηδούσε πληροφορίες. Ξανάνοιγε για να εισέλθουν τα ακριβά ποτά και φαγητά.

 

Ο κουμπάρος απολάμβανε τα μεγαλεία, χαιρόταν την πλούσια ζωή και επιπλέον τα πήγαινε φίνα και με την «καλή» του κυρά. Από μέγαιρα, σε μια νύκτα, έγινε αρνάκι. Άλλαζε τις τουαλέτες, όπως τα πουκάμισα, σνόμπαρε τις «ασήμαντες» γειτόνισσες, ενώ πλέον δεν καταδεχόταν ούτε και τον καφέ τους. Κυκλοφορούσε στα «ιν» μέρη, όπου συχνάζουν οι φωτογράφοι. Η μεγάλη της έγνοια της, ήταν τα γυμναστήρια και οι αισθητικοί. Και όλα αυτά για να βγαίνει όμορφη στις φωτογραφίες των κοσμικών περιοδικών. Τρεχάλα μετά για να «ποστάρει» την φάτσα της, στο φέισμπουκ και στο τουϊτερ. Όχι για τίποτα άλλο, αλλά για να την δουν οι γειτόνισσες και να «σπάσουν».

Ο καιρός περνούσε και ο καλός ανθρωπάκος μετατρεπόταν μέρα με την μέρα, σε ένα κακό διευθυντή. Οι πάλαι ποτέ συνάδελφοι του, άρχισαν να τον αποφεύγουν και να μην του δίνουν σημασία. Είναι γιατί ζηλεύουν ήταν η απλή δικαιολογία. Άρχιζε τότε τις φωνές, συνέχιζε με τις απειλές και όχι σπάνια εξωθούσε ανθρώπους να ζητήσουν μετάθεση ή και να παραιτηθούν. Μέρα με την μέρα εδραιωνόταν ως ο σκληρός διευθυντής, ο οποίος διέταζε και όλοι εκτελούσαν. Και όλα αυτά προς τέρψιν των πολιτικών προϊσταμένων του, οι οποίοι τον επευφημούσαν και του έταζαν «λαγούς με πετραχήλια».

Τα μυαλά φούσκωσαν, οι απαιτήσεις της μεγάλης ζωής, δεν είχαν τελειωμό, η γυναίκα ήθελε και ήθελε, τα παιδιά απέκτησαν ένα ανώτερο πολυδάπανο «στάτους» και οι «άτιμες» οι ανάγκες δεν είχαν τελειωμό. Και αυτοί οι μεγαλόσχημοι «κουμπάροι», οι ισχυροί επιχειρηματίες, όλο απαιτούσαν πληροφορίες. Εκτός από τα δώρα, άρχισαν να χρησιμοποιούν και τις απειλές για να εξασφαλίσουν αυτά που ήθελαν. Τον είχαν πλέον στο χέρι.

Πόσα να αντέξει μια ψυχή. Η «διευθυντάρα» έχασε τους παιδικούς του φίλους, αφού ανήκαν πλέον σε μια άλλη ταπεινή τάξη. Έχασε την γυναικούλα του, η οποία ζούσε πλέον για τα ρούχα και περιοδικά. Έχασε και τα παιδιά του, τα οποία πλέον το μόνο που ήξεραν, ήταν να ζητούν καταθέσεις στην πιστωτική τους κάρτα. Έχασε το σπιτικό φαγητό, γιατί η οικιακή βοηθός ήξερε άλλες συνταγές και τα ντελίβερι ποτέ δεν άγνιζαν νοστιμιά.  Έχασε και την ψυχή του. Και τώρα δεν μπορούσε να κλείσει μάτι, αν δεν έπινε ένα σωρό χαπάκια. Αχ αυτές οι ερινύες.

Ο «κουμπάρος» ήξερε πλέον να εκβιάζει. Ο νεαρός που εποφθαλμιούσε την καρέκλα του, άρχισε να καρφώνει και ο πολιτικός προϊστάμενος άρχισε να ζητά εξηγήσεις. Μια καλή μέρα μπήκε η Αστυνομία και έκανε άνω κάτω το γραφείο και μια επιτροπή τον έθεσε σε διαθεσιμότητα. Η σύλληψη δεν άργησε να έλθει και όλα πήραν τον δρόμο για την «στενή».  Αλλά της «φυλακής τα σίδερα» ήταν τελικά μεγάλη λύτρωση. Η μοναξιά του κελιού, ήταν καλύτερη από τις απαιτήσεις των «κουμπάρων». Και το κυριότερο, οι ερινύες εξασθένησαν. Και όλα αυτά για ένα πουκάμισο αδειανό, για Ελένη.

 

 

Συνολικές προβολές σελίδας

Loading...